"ΜΥΘΟΣ" ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΠΟΤΕ ..... ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΨΕΜΑ!

______________________________________________

9.4.10

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΟΥΜΕΡΙΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ


ΜΕΛΕΤΩΝΤΑΣ τη μακρινή περίοδο της δημιουργίας των πρώτων οργανωμένων ανθρώπινων ομάδων, διακρίνουμε εύκολα τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε η καταλυτική παρουσία του Ήλιου στην κοινωνική τους συγκρότηση. Και αυτό δεν είναι παράδοξο αν αναλογιστούμε τον φόβο, το δέος, αλλά και τις μεταβαλλόμενες φυσικές και κοινωνικές αναγκαιότητες που επέβαλε η περιοδική εναλλαγή μέρας και νύχτας, ευκολοδιάκριτου επακόλουθου της παρουσίας ή απουσίας του άστρου της μέρας.
Ηταν, λοιπόν, φυσική συνέπεια η πρώτη μονάδα χρόνου που ανέπτυξε διαισθητικά η ανθρώπινη λογική να είναι εκείνη του ημερονυκτίου. Η λατρευτική δύναμη αυτής της αρχέγονης χρονικής μονάδας δεν εκφυλίστηκε στο πέρασμα των αιώνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι οι πολιτισμοί που δημιούργησαν συστήματα μέτρησης χρόνου δέχονταν τις μονάδες μέτρησης χρόνου μεγαλύτερης κλίμακας ως ακέραια πολλαπλάσια του ηλιακού ημερονυκτίου, ακόμα κι αν οι μεγάλες αυτές χρονικές μονάδες δεν θεμελιώνονταν πάνω στην ηλιακή κίνηση, αλλά στις κινήσεις άλλων ουρανίων σωμάτων, όπως της Σελήνης, της Αφροδίτης ή του Σείριου.


Η επιμονή αυτή υπήρξε το αίτιο μεγάλων ημερολογιακών ταλαιπωριών, καθώς οι αστρονόμοι όλων των εποχών αναγκάζονταν να επεκτείνουν τη διάρκεια κάποιων ετών, προσθέτοντας περιοδικά ένα συγκεκριμένο ακέραιο αριθμό ημερών προκειμένου να εναρμονισθούν τα ημερολογιακά αστρονομικά δεδομένα με την κοινωνική παράδοση που ήθελε το έτος ακέραιο πολλαπλάσιο του ημερονυκτίου. Η προσαρμογή αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αφού, όπως γνωρίζουμε, προσθέτουμε στον Φεβρουάριο μία επιπλέον ημέρα, εν γενεί, κάθε τέταρτο (δίσεκτο) έτος.




Εποχές  και άστρα

Η ανάγκη για την ανάπτυξη γεωργικών καλλιεργειών οδήγησε την ανθρώπινη νόηση στη διαπίστωση της ύπαρξης και της εναλλαγής των εποχών. Η πρόβλεψη του ερχομού τους έδινε στις ανθρώπινες κοινωνίες τη δυνατότητα να προετοιμάζονται κατάλληλα για να αντιμετωπίζουν φυσικά φαινόμενα, όπως οι βροχές, το ψύχος και η ξηρασία, ή να συνειδητοποιούν τον ερχομό των περιόδων του κυνηγιού, της σποράς και του θερισμού. Ο σπουδαίος ρόλος που έπαιζαν οι “κλιματολογικές εποχές” του έτους στην κοινωνική συγκρότηση εκείνης της περιόδου, τις κατέστησε, για μεγάλη χρονική περίοδο, σημαντική μονάδα μέτρησης χρόνου και βασικό ημερολογιακό δεδομένο.


Στην πάροδο όμως, του χρόνου διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί επακριβώς ο χρόνος έναρξης της κάθε εποχής με βάση κάποια γενικά κλιματολογικά φαινόμενα, αφού η περίοδος τους με βάση τέτοιου είδους μέτρηση ήταν ασαφής και ακανόνιστη. Για τον λόγο αυτόν οι ανθρώπινες κοινωνίες, προκειμένου να καταστρώσουν ημερολόγια, στράφηκαν σε άλλα, ευκολότερα υπολογιζόμενα και πιο σταθερά φυσικά φαινόμενα.
Για παράδειγμα, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι βάσισαν το ημερολόγιο τους στις ετήσιες, περιοδικές πλημμύρες του Νείλου, που η εμφάνιση τους καθόριζε τη διάρκεια του φυσικού έτους. Εκτός αυτού, σχεδόν ταυτόχρονα με άλλους αρχαίους λαούς, διαίρεσαν το έτος τους σε μικρότερες χρονικές περιόδους, βάσει του χρόνου ανατολής ή δύσης πολύ λαμπρών άστρων, όπως ο Σείριος.

Συνολικά, οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν 36 πολύ λαμπρά άστρα, που η ανατολή καθενός από αυτά σηματοδοτούσε την αρχή 36 διαδοχικών δεκαημέρων του έτους. Για τον λόγο αυτόν τα άστρα αυτά ονομάζονταν δεκανοί (κάθε έτος: 36 χ 10 = 360 ημέρες).
Ομοίως και οι Χαλδαίοι καθόριζαν τις περιόδους των μηνών τους με τις φάσεις 36 λαμπρών άστρων.


Οι αρχαίοι Έλληνες την εποχή του Ησίοδου (8ος π.Χ. αιώνας), πολύ πιο πριν από τον σχηματισμό του κανονικού τους ημερολογίου, χρησιμοποιούσαν τα άστρα σαν δείκτες μέτρησης του χρόνου. Ο Ησίοδος, στο έργο του “Εργα και Ημέραι”, αναφέρει ως χρόνο θερισμού (αμητού) την περίοδο που πρωτοεμφανίζονταν στον ουρανό οι Πλειάδες και ως χρόνο οργώματος την περίοδο λίγο μετά την παροδική εξαφάνιση των Πλειάδων, των Υάδων και του αστερισμού του Ωρίωνα από το στερέωμα (“Εργα και Ημέραι”, 383-384, 614-616). Ο Ησίοδος επίσης, καθορίζει ως περίοδο τρύγου, την εποχή που ο Αρκτούρος, το λαμπρότερο άστρο του αστερισμού του Βοώτη, ανατέλλει την ίδια περίπου στιγμή με τον Ηλιο (“Εργα και Ημέραι”, 609-611).



Η θεογονία του Ισίοδου


Με την πάροδο των αιώνων όμως, η μέτρηση του χρόνου, που στηριζόταν στις φάσεις λαμπρών άστρων ξεπεράστηκε, αφού παρουσίαζε πολλά μειονεκτήματα. Πράγματι, είναι φανερό ότι αστρικές παρατηρήσεις δεν μπορούν να γίνουν τις χειμωνιάτικες νύχτες, αλλά και σε περιόδους καλοκαιρίας η αστρική παρατήρηση δεν είναι πάντοτε εφικτή, αφού αρκεί μια μικρή νέφωση για να κρύψει το τρεμάμενο φως των άστρων από τα μάτια του παρατηρητή τους. Για να λυθεί το πρόβλημα αυτό, αλλά και για άλλους μυστηριακούς λόγους, η μέτρηση του χρόνου στηρίχθηκε στην περιοδικότητα των φάσεων του χλωμού δίσκου του “άστρου της νύχτας”, της “θεϊκής” Σελήνης.
Έτσι, ο αρχαίος μελετητής των άστρων υπολογίζοντας ότι ο χρόνος που απαιτείται, προκειμένου να συμπληρωθεί ένας πλήρης σεληνιακός κύκλος ήταν πάντοτε 29,5 ηλιακά ημερονύκτια, ανακάλυψε μια νέα μονάδα χρόνου, τον σεληνιακό ή συνοδικό μήνα. Η ονομασία “μην” που επιλέχθηκε για να περιγράψει την περίοδο αυτή, προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “μήνη” που χαρακτήριζε τη μορφή της Σελήνης στις πρώτες ή τελευταίες περιόδους του κύκλου της, όταν είχε τη μορφή “μηνίσκου” (μισοφέγγαρου).


CURRENT MOON



Ωστόσο, δεν ήταν μόνο ο σεληνιακός μήνας η μοναδική μονάδα χρόνου που δημιουργήθηκε με βάση τα σεληνιακά φαινόμενα. Μια δεύτερη υπήρξε η εβδομάδα των 7 ηλιακών ημερονυκτίων και 9 περίπου ωρών, χρόνος μέσα στον οποίον εξελίσσεται κάθε σεληνιακό τέταρτο. Το μεγάλο όμως, πρόβλημα που εμφανιζόταν προερχόταν από την επιμονή των αστρονόμων της εποχής εκείνης να προσπαθούν να ορίζουν τις διάφορες σεληνιακές περιόδους ως ακέραια πολλαπλάσια ηλιακών ημερονυκτίων. Η προσήλωση σ' αυτήν την αρχή είχε ως αποτέλεσμα η περίοδος ενός ηλιακού έτους να υπερέχει της περιόδου των 12 σεληνιακών μηνών, με την οποία προσπαθούσαν να το προσεγγίσουν.
Το γεγονός δημιούργησε την ανάγκη μιας περιοδικής διόρθωσης των σεληνιακών ημερολογίων, που υλοποιείτο μέσω μιας περιοδικής επιπρόσθεσης κάποιων “εμβόλιμων” σεληνιακών μηνών. Με τον τρόπο αυτόν, αν και ένα σεληνιακό έτος 12 σεληνιακών μηνών υπολειπόταν χρονικά ενός ηλιακού έτους, εν τούτοις η διαφορά αυτή μηδενιζόταν μέσω των εμβόλιμων μηνών σε καθορισμένες χρονικές περιόδους. Όμως, λόγω όλων αυτών των υποχρεωτικών διορθώσεων, το σεληνιακό ή αντίστοιχα το σεληνο-ηλιακό ημερολόγιο ήταν αναμφίβολα μη λειτουργικό και με την πάροδο του χρόνου αντικαταστάθηκε από ηλιακά ημερολόγια. Αυτή η αντικατάσταση έγινε δυνατή μόλις οι ανθρώπινες αστρονομικές δυνατότητες μπόρεσαν να μελετήσουν και να μετρήσουν με ακρίβεια την ετήσια φαινόμενη κίνηση του Ήλιου πάνω στον ζωδιακό κύκλο κατά μήκος της εκλειπτικής.


Παρ' όλη την επικράτηση των ηλιακών ημερολογίων, δεν χάθηκαν όλα τα στοιχεία των σεληνιακών. Και τα σημερινά ηλιακά ημερολόγια εξακολουθούν να χωρίζουν τα ηλιακά έτη σε 12 άνισους μήνες που δεν έχουν πια καμιά σχέση με τους σεληνιακούς, αλλά απλώς είναι υποδιαιρέσεις του πολιτικού έτους. Μήνας, λοιπόν, σήμερα είναι το χρονικό διάστημα, που καθιερώθηκε στην πράξη και με τη μακρά χρήση, ίσο με το 1/12 του έτους. Επίσης, συνεχίζεται ο χωρισμός των μηνών σε εβδομάδες 7 ακέραιων ημερών, που τουλάχιστον φαινομενικά συνδέονται με τη διαδοχή των φάσεων της Σελήνης, αφού το “τέταρτο” της δημιουργείται ή χάνεται περίπου σε 7 ημέρες και 9 ώρες. Όπως επίσης συνεχίζεται η ανάγκη κάποιων χρονικών εμβόλιμων περιόδων. Έτσι κάθε τέσσερα χρόνια, κατά τη διάρκεια των δίσεκτων ετών, ο Φεβρουάριος αποκτά μια επιπλέον “εμβόλιμη” 29η ημέρα.


Ίσως νομίσει κάποιος ότι η παρατήρηση και η μέτρηση αυτών των χρονικών κύκλων ήταν κάτι απλό. Η αλήθεια είναι ότι η προσπάθεια αυτή απορρόφησε τις επιστημονικές δυνάμεις του ανθρώπου για χιλιετίες. Η ιστορία όμως των ημερολογίων δεν είναι μία απλή αναδρομή στις αστρονομικές δυνατότητες των κοινωνιών εκείνης της εποχής.
Από την εποχή των Σουμερίων και των Βαβυλωνίων μέχρι την περίοδο σύνταξης του Γρηγοριανού ημερολογίου είναι βαθιά τα σημάδια της ανάμειξης των θρησκευτικών ηγεσιών στη σύνταξη ημερολογίων και γενικότερα σε κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού και τελειοποίησης των μεθόδων μέτρησης του χρόνου.

Είναι γνωστή σε όλους μας η αντίδραση που συνάντησε η απόφαση για την εφαρμογή του νέου Γρηγοριανού ημερολογίου στην Ελλάδα και ο θρησκευτικός διχασμός που ακολούθησε στους κόλπους της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας. Η εμπλοκή της ' θρησκείας στο πρόβλημα της κατάρτισης ημερολογίων ήταν αναπόφευκτη, αφού ο Ήλιος, η Σελήνη, τα άστρα και οι πλανήτες, που με την κίνηση τους καθόριζαν τις βασικές μονάδες μέτρησης του χρόνου, αποτελούσαν συγχρόνως και αντικείμενα θρησκευτικής λατρείας, εφ' όσον αντιπροσώπευαν θεούς και θεές. Η θρησκευτική αυτή παρέμβαση εκείνης της περιόδου διατηρείται μέχρι σήμερα, αφού τα ονόματα των ημερών της εβδομάδας συνεχίζουν στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης να τιμούν ειδωλολατρικές θεότητες. Μέσω της θρησκευτικής αυτής παρέμβασης, καθορίστηκε ένας μεγάλος αριθμός “λατρευτικών ημερών”, οι οποίες κατά την περίοδο ορισμού τους συνέπιπταν με την εμφάνιση κάποιων περιοδικών αστρονομικών ή γήινων φυσικών φαινομένων, όπως οι κλιματολογικές εποχές του έτους. Ετσι, το ημερολόγιο, για τις θρησκευτικές ηγεσίες, δεν ήταν απλώς ένα σύστημα εξυπηρέτησης κοινωνικών και φυσικών αναγκών, αλλά ένας θεϊκός αλγοριθμικός κανόνας που καθόριζε δογματικά τις λατρευτικές υποχρεώσεις των ανθρωπίνων κοινωνιών. Με τον τρόπο αυτό κάθε προσπάθεια βελτίωσης των ημερολογιακών δεδομένων, που ήταν στην ουσία αποτέλεσμα μιας βαθύτερης κατανόησης των κινήσεων των ουρανίων σωμάτων, ανέτρεπε την τάξη των λατρευτικών ημερών, αφαιρώντας τους το “κύρος” που τους επέδιδε η σταθερότητα της ημέρας εορτασμού τους.


Οι θρησκευτικές όμως, αντιδράσεις σε κάθε προσπάθεια εναρμονισμού των ημερολογιακών δεδομένων με πραγματικά αστρονομικά φαινόμενα δεν είχαν μόνο λατρευτικό χαρακτήρα. Σοβαρό ρόλο έπαιξαν οι διάφορες θρησκευτικές έριδες, η προσπάθεια κολακείας των ισχυρών της Γης, η ανθρώπινη ματαιοδοξία και τα ισχυρά οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα. Τα γεγονότα αυτά αναγκάζουν τους μελετητές της ιστορίας των ημερολογίων να ανατρέχουν όχι μόνο σε αστρονομικά, αλλά και σε πολιτιστικά, ιστορικά, κοινωνικά και θρησκευτικά δεδομένα των αντίστοιχων κοινωνικών περιόδων.

Το Ρωμαϊκό ημερολόγιο


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν καθαρά σεληνιακό και σύμφωνα με την παράδοση ήταν δημιούργημα του Ρωμύλου, του μυθικού ιδρυτή της Ρώμης (753 π.Χ.). Πιθανόν όμως να πρόκειται για υιοθέτηση του σεληνιακού ημερολογίου της πόλεως του Λατίου Αλβας Λόγγας (Alba Longa), της Μεγάλης Λευκής Πόλης, που είχε ιδρύσει ο Ασκάνιος ή Ιουλος, γιος του μυθικού Αινεία, στους πρόποδες του όρους Αλβανον (Albanus). Οποια και να είναι η πραγματικότητα, το ημερολόγιο αυτό ήταν αρκετά περίεργο εφ' όσον υπολόγιζε τη διάρκεια του έτους ίση με 304 ημέρες και το διαιρούσε σε 10 μόνο μήνες με αντίστοιχη διάρκεια 30 ή 31 ημερών.


Αρχικά οι μήνες ονομάζονταν από την αριθμητική τους τάξη: Πρώτος, Δεύτερος, Τρίτος,... Δέκατος. Γρήγορα, όμως, στους τέσσερις πρώτους οι Ρωμαίοι έδωσαν ονόματα θεών τους, ενώ οι έξι υπόλοιποι διατήρησαν την αριθμητική σειρά τους.
Ο πρώτος μήνας ονομάστηκε Μάρτιος ενώ ο δέκατος ήταν ο Δεκέμβριος. Αυτό εξηγεί, όπως θα δούμε, τις ονομασίες των μηνών τις οποίες κληρονομήσαμε από τους Λατίνους και τις διατηρούμε μέχρι σήμερα. Το πολιτικό έτος άρχιζε την 1η Μαρτίου, τον μήνα δηλαδή της εαρινής ισημερίας.

Το σεληνιακό δεκάμηνο έτος των αρχαίων Ρωμαίων είχε παράδοξα αποτελέσματα στην εφαρμογή του. Οι ίδιοι μήνες, με την πάροδο των ετών, μπορούσαν να γίνουν άλλοτε θερινοί και άλλοτε χειμερινοί. Τα κοινωνικά προβλήματα που δημιουργούσε το γεγονός οδήγησαν γρήγορα σε μια ημερολογιακή αναθεώρηση, την οποία πραγματοποίησε το 700 π.Χ. ο δεύτερος, μετά τον Ρωμύλο, βασιλιάς της Ρώμης, ο Σαβίνος Νουμάς Πομπί-λιος (Numa Pompiln^, 715-673 π.Χ.).



Αναθεώρηση ημερολογίου

Ο Νουμάς Πομπίλιος (φωτο αριστερά)  αύξησε ουσιαστικά τη διάρκεια του έτους μόνο κατά 50 ημέρες. Για να εξασφαλίσει δε κανονικό αριθμό ημερών για τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, αφαίρεσε μία ημέρα από τους μήνες που είχαν διάρκεια 30 ημερών και μ' αυτόν τον τρόπο είχε να κατανείμει 56 ημέρες στους δύο νέους μήνες.
Έβαλε, λοιπόν, 29 ημέρες στον Ιανουάριο και 27 στον Φεβρουάριο. Επειδή, όμως, ο άρτιος αριθμός των 354 ημερών του έτους -σύμφωνα με τις λαϊκές ρωμαϊκές δεισιδαιμονικές αντιλήψεις- δεν έφερνε τύχη, οι ιερείς πρόσθεσαν αυθαίρετα μία ακόμα ημέρα στον Φεβρουάριο.
Ο Μάρτιος παρέμενε η αρχή του έτους και αυτό ίσχυε μέχρι το 400 π.Χ. περίπου. Από τότε και έπειτα η πρωτοχρονιά μεταφέρθηκε από την εαρινή ισημερία στο χειμερινό ηλιοστάσιο, και τελικά από το 153 π.Χ. ως αρχή του πολιτικού έτους καθορίστηκε η 1η Ιανουαρίου.

Το σεληνιακό ρωμαϊκό ημερολόγιο, με τη νέα διαμόρφωση του και με τις 355 ημέρες του παρουσίαζε μία διαφορά 11 περίπου ημερών (10 ημέρες και περίπου 6 ώρες) ως προς τη διάρκεια του τροπικού έτους. Για να καλυφθεί η ημερολογιακή καθυστέρηση, οι Ρωμαίοι παρενέβαλλαν κάθε δύο έτη έναν δέκατο τρίτο εμβόλιμο μήνα τον οποίο ονόμαζαν mensiς intercalaris, από το λατινικό ρήμα intercalare που σημαίνει παρεμβάλλω.

Το ρωμαϊκό πολιτικό έτος με διάρκεια 355 ημερών ήταν στην πραγματικότητα μεγαλύτερο από την κανονική διάρκεια του σεληνιακού έτους κατά 0,66 της ημέρας ή 16 ώρες περίπου. Το σφαλμα αυτό εντός τριών ετών αθροιζόταν σε περίπου 2 ημέρες. Για να καλυφθεί η διαφορά ο εμβόλιμος δέκατος τρίτος μήνας, ο Mercedonius, είχε μεταβλητή διάρκεια άλλοτε είχε διάρκεια 22 και άλλοτε 23 ημερών. Ο μήνας παρεμβαλλόταν τη μία διετία μεταξύ 23ης και 24ης Φεβρουαρίου, ημέρα κατά την οποία γιορτάζονταν τα Terminalia προς τιμήν του Terminus θεού των ορίων, και την επομένη διετία μεταξύ 24ης και 25ης Φεβρουαρίου.

Έτσι, μετά το τέλος της 23ης ή της 24ης Φεβρουαρίου άρχιζε ο Marcedonius. Η δε πρώτη ημέρα μετά τον μήνα αυτόν ήταν αντίστοιχα η 24η ή η 25η Φεβρουαρίου. Γρήγορα όμως, οι Ρωμαίοι αντιλήφθηκαν ότι μια τέτοια παρεμβολή δεν ήταν πρακτική και τελικά πρόσθεταν στον Mercedonius, που αρχικά είχε 22 ή 23 ημέρες, τις τελευταίες ημέρες του Φεβρουαρίου. Συνεπώς, στα εμβόλιμα έτη ο Marcedonius είχε 27 ή 28 ημέρες, ενώ ο Φεβρουάριος μόνο 23 ή 24 ημέρες αντίστοιχα.

Μ' αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε το σεληνιακό ημερολόγιο των αρχαίων Ρωμαίων με έναν εμβόλιμο μήνα.
Στο ημερολόγιο αυτό μία τετραετία διαρκούσε συνολικά 1.465 ημέρες, δηλαδή, υπήρχαν διαδοχικά έτη με διάρκεια 355, 377, 355 και 378 ημερών. Ωστόσο η μέση διάρκεια του έτους που ήταν 366 και 1/4 ημέρες, ξεπερνούσε περίπου κατά μία ημέρα τη διάρκεια του ηλιακού τροπικού έτους. Για να διορθωθεί το σφαλμα, η Ρωμαϊκή Δεκανδρία (451 π.Χ.) δέχτηκε και εφάρμοσε την οκταετηρίδα, που είχε προτείνει ο Ελληνας αστρονόμος Κλεόστρατος ο Τενέδιος, την οποία ήδη χρησιμοποιούσαν και τα ελληνικά ημερολόγια. Ετσι, τα έτη χωρίστηκαν σε διαδοχικές ομάδες τριών οκταετηρίδων. Κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων οκταετηρίδων γινόταν κανονικά η παρεμβολή των αντίστοιχων 90 ημερών, ενώ στην τρίτη οκταετηρίδα προστίθεντο μόνο 66 εμβόλιμες ημέρες. Το πολιτικό έτος που προέκυπτε μ' αυτόν τον τρόπο ονομάστηκε “έτος των Δεκάρχων”, και η μέση τιμή του έτους ήταν ίση με 365,25 ημέρες.

Στην πραγματικότητα, το κανονικό έτος είχε διάρκεια 355 ημερών. Την 1η και 2η οκταετηρίδα, όμως, παρεμβάλλονταν 180 ημέρες και την τρίτη 66 ημέρες. Μ' αυτόν τον τρόπο το σύνολο των ημερών της 24ετίας ήταν ίσο με 8.766 ημέρες, ενώ η μέση διάρκεια του έτους ήταν ίση με 365,25 ή 365 ημέρες και 6 ώρες.



Ιουλιανό Ημερολόγιο

Δημιούργημα τον Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη, εφαρμόστηκε για πρώτη φορά την 1η Ιανουαρίου του 45 π.Χ.
Ο Σωσιγένης ήταν Έλληνας φιλόσοφος και αστρονόμος (1ος αι. π.Χ.). Καταγόταν από την Αίγυπτο και το 46 π.Χ., ύστερα από πρόσκληση του Ιούλιου Καίσαρα, πήγε στη Ρώμη για να μελετήσει τη διόρθωση του ημερολογίου. Ο Σωσιγένης μεταρρύθμισε το ημερολόγιο, παίρνοντας ως βάση τη διάρκεια του "τροπικού έτους" που, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των Αιγυπτίων αστρονόμων, διαρκούσε 365 ημέρες και 6 ώρες. Μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν το "σεληνιακό έτος", που διαρκούσε 355 ημέρες.




Καθόρισε τη διάρκεια του καινούριου "πολιτικού έτους" σε 365 ημέρες και για να καλύψει τη διαφορά των 6 ωρών, πρότεινε την παρεμβολή ενός δίσεκτου έτους 366 ημερών, κάθε τρία χρόνια. Η πρόταση του Σωσιγένη έγινε δεκτή και το καινούργιο ημερολόγιο που ονομάστηκε " Ιουλιανό ημερολόγιο", ίσχυσε μέχρι το 1582, οπότε έγινε νέα διόρθωση από τον πάπα Γρηγόριο ΙΓ'. Έργα του: Περί ανελιττουσών, Περί όψεως και Υπομνήματα εις το περί Ουρανού του Αριστοτέλους.




Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΑΣ ως Μεγάλος Αρχιερέας, τίτλο που είχε ήδη από το 63 π.Χ., μπορούσε να επεμβαίνει στο ημερολόγιο και να κάνει τις σχετικές ημερολογιακές προσαρμογές. Έτσι, το 46 π.Χ. ή 708 AUC, έχοντας διαπιστώσει την ουσιαστική ημερολογιακή δυσαρμονία με τις αντίστοιχες κλιματολογικές εποχές του έτους, αποφάσισε να πραγματοποιήσει μια δραστική παρέμβαση στο ημερολόγιο του Νουμά. Στην εποχή του, τα ημερολογιακά σφάλματα είχαν συσσωρευτεί και η αταξία ήταν τέτοια, ώστε παραδοσιακές γιορτές της άνοιξης γιορτάζονταν σχεδόν το φθινόπωρο και οι χειμερινές γιορτές περίπου το καλοκαίρι.

Ο Ιούλιος Καίσαρας είχε εντυπωσιαστεί από την απλότητα και την ακρίβεια του ηλιακού αιγυπτιακού ημερολογίου που είχε γνωρίσει κατά την παραμονή του στην Αίγυπτο.
Κάλεσε, λοιπόν, από την Αλεξάνδρεια, όπου τότε ήκμαζε η Αστρονομία, τον Έλληνα αστρονόμο Σωσιγένη και αναμόρφωσε το ημερολόγιο του Νουμά, σύμφωνα με τις υποδείξεις του .

Στο ημερολόγιο του Νουμά, που ίσχυσε από το 700 μέχρι το 46 π.Χ., η διάρκεια του πολιτικού έτους -χωρίς τον εμβόλιμο μήνα- ήταν μικρότερη από τη διάρκεια του αντίστοιχου τροπικού. Αυτό είχε ως άμεση συνέπεια το ημερολόγιο να προπορεύεται από τις αστρονομικές εποχές και η ημερολογιακή ισημερία να συμβαίνει πριν από την πραγματική. Συγχρόνως, το μηνολόγιο δεν συμβάδιζε με τις κλιματολογικές εποχές· ενώ οι Ρωμαίοι είχαν ημερολογιακά μήνα Μάρτιο, εποχιακά βρίσκονταν στο καλοκαίρι, και οι γιορτές του θερισμού συνέπιπταν με το τέλος του χειμώνα.

Το 46 π.Χ. η ημερολογιακή ισημερία απείχε από την αστρονομική περίπου ένα τρίμηνο, και ο τρύγος γινόταν -σύμφωνα με το ημερολόγιο τον Ιανουάριο! Ο Σωσιγένης, για να καλύψει το αθροιστικό σφαλμα που είχε δημιουργηθεί όλους αυτούς τους αιώνες, πρόσθεσε στο έτος 46 π.Χ., εκτός από τον Mercedonius με τις 23 ημέρες (μετά την 23η Φεβρουαρίου), άλλους δύο εμβόλιμους μήνες διάρκειας 67 συνολικά ημερών, μετά τον μήνα Δεκέμβριο, τον Undecimber (ενδέκατος) με 33 ημέρες και τον Duodecimber (δωδέκατος) με 34 ημέρες. Έτσι, το έτος 46 π.Χ. είχε πια 355+23+67=445 ημέρες.

Με διαταγή του Ιουλίου Καίσαρα, η διάρκεια του 46 π.Χ. αυξήθηκε κατά αυτές τις 90 ημέρες (355+90=445), γιατί τόσες είχαν διανυθεί χωρίς να έχουν μετρηθεί και η εαρινή ισημερία αποκαταστάθηκε στην πραγματική εποχιακή της θέση. Το έτος 46 π.Χ. ή 708 AUC με τις 445 ημέρες ονομάστηκε “έτος συγχύσεως” (annum confusionis). Το αναμορφωμένο από τον Σωσιγένη ρωμαϊκό ημερολόγιο ονομάστηκε, όπως ήταν επόμενο, Ιουλιανό, προς τιμήν του εμπνευστή του, Ιουλίου Καίσαρα, και ήταν ένα βήμα προς την τελειότητα. Η εφαρμογή του άρχισε την 1η Ιανουαρίου του 45 π.Χ. και η εαρινή ισημερία συνέβη στις 23 Μαρτίου.



Καθορισμός δίσεκτου έτους:

Το Ιουλιανό ημερολόγιο ήταν αποκλειστικά ηλιακό και αγνοούσε εντελώς τις φάσεις της Σελήνης. Ο Σωσιγένης θεώρησε το τροπικό έτος ίσο με 365,25 ημέρες (365 ημέρες και 6 ώρες). Η συμβολή του Σωσιγένη συνίστατο στο ότι ήταν ο πρώτος -μετά βέβαια τη μεταρρύθμιση που επιχείρησε ο Πτολεμαίος Γ' ο Ευεργέτης- που έλαβε υπόψη του αυτές τις επιπλέον 0,25 ημέρες ή 6 ώρες, τις οποίες συνυπολόγισε στη μέτρηση της διάρκειας του έτους στο Ιουλιανό ημερολόγιο.

Σύμφωνα με τις υποδείξεις του Σωσιγένη, κάθε τέσσερα χρόνια προστίθετο στο έτος μία εμβόλιμη ημέρα, που αποτελούσε την άθροιση αυτών των επιπλέον 6 ωρών και η οποία ετοποθετείτο εκείνη την εποχή μετά την 24η Φεβρουαρίου, που ονομαζόταν dies sextus ante Calendas Martias δηλαδή η 6η ημέρα πριν από τις Καλένδες (πρωτομηνιά) του Μαρτίου.

Οι Ρωμαίοι όμως, πίστευαν ότι ο Φεβρουάριος έπρεπε να έχει πάντοτε 28 ημέρες, γιατί μ' αυτόν τον τρόπο θα απέφευγαν την ασέβεια προς τους χθόνιους θεούς και τη μνήμη των νεκρών. Ετσι, δεν αριθμούσαν την εμβόλιμη αυτή ημέρα ως 5η πριν από τις Καλένδες Μαρτίου, αλλά από θεοσέβεια μετρούσαν δύο φορές την 24η Φεβρουαρίου ως δις-έκτη (bis sextus ante Calendas Martias). Συνεχίζοντας αυτήν την παράδοση, ακόμα και σήμερα ονομάζουμε δίσεκτο (bisextiles annus bisectus) το έτος που έχει μια πρόσθετη ημέρα, μόνο που εμείς την προσθέτουμε στο τέλος του Φεβρουαρίου, ως 29η ημέρα του. Μ' αυτόν τον τρόπο, το πολιτικό έτος είχε πάντοτε ακέραιο αριθμό ημερών -είτε 365 ημέρες στα κοινά έτη είτε, κάθε τέσσερα χρόνια, 366 ημέρες στα δίσεκτα και οι μήνες είχαν διάρκεια, εκτός βέβαια από τον Φεβρουάριο, 31 ή 30 ημέρες εναλλάξ. Δίσεκτα, λοιπόν, στο Ιουλιανό ημερολόγιο είναι εκείνα τα έτη των οποίων ο αριθμός διαιρείται ακριβώς δια 4.

Όμως αυτό το τέχνασμα των Ρωμαίων δεν κατάφερε να νικήσει τη λαϊκή δεισιδαιμονία.
Η εμβόλιμη αυτή ημέρα θεωρήθηκε άτυχη, αποφράς και μαζί της άτυχος ολόκληρος ο δίσεκτος χρόνος. Ο Ιούλιος Καίσαρας με ειδικό διάταγμα όρισε την εμβόλιμη ημέρα ως punctum temporis, δηλαδή “χρονική στιγμή”. Για τον λόγο αυτόν, όποιος γεννιόταν αυτήν την ημέρα γιόρταζε τα επόμενα γενέθλια του την προηγούμενη ημέρα, δηλαδή την 23η Φεβρουαρίου. Επίσης, με διαταγή του Ιουλίου Καίσαρα εκδόθηκε ένα αλμανάκ, τόσο για τους αγρότες όσο και για τους υπόλοιπους Ρωμαίους, στο οποίο αναφέρονταν σε ποιες ημερομηνίες του έτους συνέβαιναν τα εποχιακά και τα αστρονομικά φαινόμενα.

Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1359 μ.Χ.)

Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ αστρονόμος του Βυζαντίου υπήρξε αναμφίβολα ο Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1359 μ.Χ.), ο οποίος με την συνολική επιστημονική του δράση, πρωτοπόρα για την εποχή, αναδείχτηκε σε μεγάλη αστρονομική φυσιογνωμία. Υπολόγισε όλες τις εκλείψεις του Ήλιου της χιλιετίας ως τον 13ο μ.Χ. αιώνα και πρόβλεψε νέες εκλείψεις, τόσο του Ήλιου όσο και της Σελήνης. Κατασκεύασε πρωτότυπο αστρολάβο και μελέτησε επισταμένως το ημερολογιακό ζήτημα και τον καθορισμό της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα. Συγχρόνως εξακρίβωσε τις ατέλειες του Ιουλιανού ημερολογίου τις οποίες κατέγραψε στη “Βυζαντινή Ιστορία”, που συνέγραψε. Ομοίως, προσδιόρισε το σφάλμα του υπολογισμού του Πάσχα, 250 χρόνια πριν από την ημερολογιακή μεταρρύθμιση του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ, και κατάρτισε σχέδιο διόρθωσης τόσο του Πασχαλίου όσο και του ημερολογίου.

Το σχέδιο αυτό το υπέβαλε προς συζήτηση σε ομάδα σοφών, τη “Λογικήν Πανήγυριν”, και το 1324 το κατέθεσε στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β' τον Παλαιολόγο (1282-1328).

Με τα λογικά επιχειρήματα του Γρήγορα ο αυτοκράτορας πείστηκε και θέλησε να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο διόρθωσης του ημερολογίου. Δυστυχώς, όμως, το ημερολογιακό σχέδιο του Γρήγορα δεν καθιερώθηκε, για να μην προκληθεί σύγχυση στον λαό και για να μην προκαλέσει διχασμό στο πλήρωμα της χριστιανικής Εκκλησίας. Όπως είναι φανερό, η δόξα θα ανήκε τότε στον μεγάλο Βυζαντινό αστρονόμο, ο οποίος είχε εξακριβώσει τις ατέλειες του Ιουλιανού ημερολογίου και είχε υποβάλει λεπτομερές σχέδιο διόρθωσης του. Μετά την εξέχουσα μορφή του Νικηφόρου Γρήγορα ακολούθησε ο περίφημος φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός ή Πληθών (1355-1452).

Ο Πληθών συνέγραψε πραγματεία με θέμα το ημερολόγιο. Στη μελέτη του αυτή πρότεινε, ως λάτρης της ελληνικής αρχαιότητας, την εισαγωγή ενός σεληνο-ηλιακού ημερολογίου. Το ημερολόγιο αυτό φαίνεται ότι ήταν τόσο προσεκτικά δομημένο, ώστε ο μελετητής και εκδότης των “Νόμων του Πλήθωνος”, ο Γάλλος ακαδημαϊκός M.C. Alexandra (1859) ανέφερε ότι αν εφαρμοζόταν εκείνη την εποχή δεν θα υπήρχε η ανάγκη της μετέπειτα γρηγοριανής μεταρρύθμισης του Ιουλιανού ημερολογίου .Το ημερολόγιο, όπως μας πληροφορεί ο Φιλάρετος (Βαφεί-δης) -Μητροπολίτης Διδυμότειχου-στην Εκκλησιαστική Ιστορία του, ίσως να το γνώρισαν οι Δυτικοί κατά την επίσκεψη του Πλήθωνα στην Ιταλία το 1437. Πράγματι, ο Πλήθωνας συμμετείχε μαζί με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ Β', τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η' Παλαιολόγο (1425-1448), τον (ανθενωτικό) Μάρκο τον Ευγενικό, τον (ενωτικό) Βησσαρίωνα και άλλους στις Συνόδους της Φερράρας (1438) και της Φλωρεντίας (1439), όπου συμφωνήθηκε η ένωση των Εκκλησιών, ώστε οι Δυτικοί να βοηθήσουν τη δοκιμαζόμενη Κωνσταντινούπολη.


H METAPPYΘMΙΣH του Ιουλίου Καίσαρα φάνηκε αρχικά ότι τακτοποιούσε οριστικά το ημερολογιακό ζήτημα. Όμως ο Σωσιγένης, αν και φαίνεται ότι γνώριζε με μεγάλη ακρίβεια τη διάρκεια του τροπικού έτους, χρησιμοποίησε μόνο μια προσέγγιση δεύτερου δεκαδικού ψηφίου, είτε διότι τα μαθηματικά της εποχής δεν του επέτρεπαν να εκφράσει και να εκτελέσει πράξεις με περισσότερα δεκαδικά ψηφία είτε διότι έτσι έκρινε σκόπιμο. Πράγματι, θεώρησε ότι η διάρκεια του τροπικού έτους ήταν ίση με 365,25 ημέρες, δηλαδή κατά 365,25-365,24219879=0,00780121 ημέρες 11! πρώτα λεπτά και 14 δευτερόλεπτα ή συνολικά 674 δευτερόλεπτα μεγαλύτερη από την πραγματική διάρκεια του.




Η διαφορά αυτή, ενώ αρχικά ήταν ασήμαντη, με το πέρασμα των αιώνων αθροιστικά μεγάλωνε σημαντικά. Η ετήσια διαφορά των 0,007780121 ημερών σε 400 χρόνια ήταν: 0,00780121x400=3,12048 ημέρες ή μία περίπου ημέρα κάθε 128 χρόνια. Δηλαδή η μέση τιμή του πολιτικού Ιουλιανού έτους, ίση με 365,25 ημέρες, μετακινούσε την αρχή του πολιτικού έτους πέρα από τη φυσική αστρονομική της θέση κατά μία ημέρα σε χρονικό κύκλο 128 ετών.



Πράγματι, ενώ το 45 π.Χ., όταν θεσπίστηκε το Ιουλιανό ημερολόγιο, η εαρινή ισημερία συνέβαινε στις 23 Μαρτίου, το 85 μ.Χ. το ημερολόγιο τη σημείωνε στις 22 Μαρτίου και το 213 μ.Χ. τη μετέφερε μία ακόμα ημέρα νωρίτερα, δηλαδή στις 21 Μαρτίου, ημερομηνία για την εαρινή ισημερία που θα ίσχυε έως το 341 μ.Χ.



Το 1572, όταν ανέβηκε στον παπικό θρόνο ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ, έβαλε σκοπό της ζωής του να πετύχει την ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Για τον λόγο αυτόν, το 1576 δημιούργησε μια επιτροπή αστρονόμων, μαθηματικών και κληρικών, προκειμένου να μελετήσει τις μεθόδους διόρθωσης του Ιουλιανού ημερολογίου.

Τελικά ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ', με προτροπή του Γερμανού Ιησουίτη μοναχού και αστρονόμου Κρίστοφερ Κλάβιους (Christoforo Clavius 1537-1612) και στηριγμένος στην εισήγηση του φημισμένου καθηγητή της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Περούτζια και ονομαστού αστρονόμου Λουίτζι Λίλιο (Luigi Lilio) από την Καλαβρία, θέσπισε την ημερολογιακή μεταρρύθμιση το σωτήριον έτος 1582 μ.Χ.


Christoforo Clavius 1537-1612


Το έτος 1582 μ.Χ. το Ιουλιανό ημερολόγιο, όπως υπολόγισε ο Δομινικανός μοναχός και αστρονόμος Ιγνάτιος Ντάντι (Ignatio Danti), έδειχνε ημερολογιακή εαρινή ισημερία την 11η Μαρτίου, δηλαδή 10 ημέρες νωρίτερα σε σύγκριση με την αστρονομική -άρα και ορθή- εαρινή ισημερία του. έτους 325 μ.Χ. (έτος Α' Οικουμενικής Συνόδου, που είχε γίνει στις 21 Μαρτίου). Επειδή, όμως, από την ημερομηνία της αστρονομικής εαρινής ισημερίας κανονίζεται ο εορτασμός του Πάσχα, το σφάλμα του Ιουλιανού ημερολογίου επιδρούσε στον υπολογισμό της ημερομηνίας της μεγάλης γιορτής } της Χριστιανοσύνης.



Επομένως, ήταν απαραίτητη η αλλαγή του Ιουλιανού ημερολογίου και το πολιτικό έτος έπρεπε να ελαττωθεί κατά τις 10 αυτές ημέρες που είχαν μετρηθεί, χωρίς να έχουν πραγματικά διανυθεί, αφού το πολιτικό έτος ήταν ελαφρά μεγαλύτερο από το τροπικό έτος. Έτσι, αποφασίστηκε να μετατεθούν οι εποχές του έτους σε σχέση με το τροπικό έτος, ώστε να επανέλθουν στις ίδιες συνθήκες, όπως το 325 μ.Χ. κατά το οποίο έγινε η Α' Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας. Στα 1257 έτη το Ιουλιανό ημερολόγιο ως προς τις εποχές παρουσίαζε μια διαφορά περίπου 10 ημερών.

Ο Clavius, με βάση την εισήγηση του Lilius, κατάφερε να συγχρονίσει το πολιτικό έτος με τις αστρονομικές εποχές του έτους. Πέτυχε επίσης να περιορίσει τα σφάλματα του Ιουλιανού ημερολογίου, ξαναφέρνοντας σε σύμπτωση την αστρονομική εαρινή ισημερία (21 Μαρτίου) με την ημερολογιακή, μέσω της αφαίρεσης των επιπλέον 10 ημερών από το ημερολόγιο. Έτσι δημιουργήθηκε το Γρηγοριανό ή νέο ημερολόγιο που χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα.


Το ημερολογιακό αυτό σύστημα έχει ξεπεράσει τα 400 χρόνια ζωής, αφού καθιερώθηκε με παπική εγκύκλιο (Inter Gravissimas) την 24η Φεβρουαρίου 1582 μ.Χ. Η εγκύκλιος αυτή προέτρεπε τους Χριστιανούς να υιοθετήσουν το ημερολογιακό σχέδιο του Lilius στις 15 Οκτωβρίου.

Για να περιοριστούν τα σφάλματα του Ιουλιανού ημερολογίου και για να μην επαναληφθεί το ίδιο λάθος στο μέλλον, θεσπίστηκε κάθε περίοδος 4 αιώνων να περιλαμβάνει μόνο 97 δίσεκτα έτη και όχι 100. Η ρύθμιση ήταν επιβεβλημένη, εφ' όσον ανά 4 αιώνες η ετήσια διαφορά των 0,00780121 ημερών γινόταν ίση με 0,00780121x400=3,120484 ημέρες.
Τελικά ο Lilius εισήγαγε τον εξής κανόνα υπολογισμού των δίσεκτων ετών: Από τα δίσεκτα έτη του Ιουλιανού ημερολογίου που δείχνουν αιώνες (επαιώνια έτη), όπως το 1600, 1700, 1800,1900,2000 κοκ, δίσεκτα θα θεωρούνται στο νέο ημερολόγιο μόνον εκείνα των οποίων ο αριθμός των αιώνων (16,17,18,19,20 κ.ο.κ.) διαιρείται ακριβώς δια του 4, ή ολόκληρος ο αριθμός δια του 400.

Σύμφωνα με τον κανόνα αυτόν, δίσεκτα θεωρούνται μόνον τα έτη 1600, 2000 κοκ, ενώ σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, όλα τα “επαιώνια έτη” ήταν δίσεκτα ως διαιρούμενα δια 4. Μ' αυτόν τον τρόπο αφαιρούνται οι 3 περίπου επιπλέον ημέρες της καθυστέρησης του Ιουλιανού ημερολογίου κάθε 400 έτη.

Με τον Γρηγοριανό κύκλο των 400 ετών, αντί να έχουμε απαλοιφή μίας ημέρας εντός 128 ετών, δηλαδή 3 ημερών σε 384 έτη, απαλείφουμε 3 ημέρες εντός χρονικού κύκλου 400 ετών, έτσι υπάρχουν 97 αντί για 100 δίσεκτα έτη στον παραπάνω χρονικό κύκλο.


ΣΗΜ: Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Β' Τρανός. Υπήρξε από τους πιο σκληρούς επικριτές τον Γρηγοριανού Ημερολογίου και προήδρευσε στις τρεις Πανορθοδόξους Συνόδους (1583, 1587,1593) που έγιναν για την καταδίκη τον Νέου Ημερολόγιου











ΝΕΟ ΔΙΟΡΘΩΜΕΝΟ ΙΟΥΛΙΑΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
ΤΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ που ακολουθεί ο χριστιανικός Κόσμος δεν είναι μόνον το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό, αλλά και το ακριβέστερο του κόσμου, το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους.

Μετά τη Γρηγοριανή μεταρρύθμιση του ημερολογίου, το 1582 το νέο ημερολόγιο έγινε αμέσως αποδεκτό από τις καθολικές χώρες, όχι όμως και από τις διαμαρτυρόμενες, οι οποίες το αποδέχτηκαν σταδιακά. Στις αρχές του 20ού αιώνα άρχισαν να το αποδέχονται ως πολιτικό ημερολόγιο και οι ορθόδοξες χριστιανικές χώρες. Οσον αφορά τους Ελληνες Ορθοδόξους μόλις στις 16 Φεβρουαρίου του 1923 αποφάσισαν να δεχτούν το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Επειδή, όμως, υπήρχε μια καθυστέρηση περίπου 13 ημερών, η 16η Φεβρουαρίου στο παλαιό ημερολόγιο ονομάστηκε 1η Μαρτίου του νέου. Η Εκκλησία της Ελλάδος το 1924 αποδέχτηκε -αφού συμβουλεύτηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο- όχι το Γρηγοριανό, αλλά το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο, το οποίο έκτοτε ακολουθεί.


Πράγματι, ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Δ' (ο Μεταξάκης, 1922-1923) συγκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη Πανορθόδοξο Συνέδριο, τον Μάιο του 1923, στο οποίο έλαβαν μέρος το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Πατριαρχείο Ρωσίας, το Πατριαρχείο Σερβίας, το Πατριαρχείο Ρουμανίας και οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες της Ελλάδος και της Κύπρου. Το σημαντικό γεγονός είναι ότι το Πανορθόδοξο Συνέδριο αποφάσισε ότι η αλλαγή του ημερολογίου ήταν επιβεβλημένη, αφού δεν προσέκρουε σε κανένα κανονικό ή δογματικό κώλυμα. Επιπλέον καθόρισε ως ημέρα της αλλαγής του ημερολογίου την 1η Οκτωβρίου του 1923, η οποία θα ονομαζόταν 14η Οκτωβρίου του 1923.



Η απόφαση του Συνεδρίου ήταν ότι δεν θα υιοθετείτο το Γρηγοριανό ημερολόγιο και υπεδείχθη νέος ημερολογιακός κύκλος 900 ετών, ακριβέστερος του γρηγοριανού κύκλου των 400 ετών. Η νέα ημερολογιακή πρόταση που έγινε από τον Σέρβο αστρονόμο Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς, όριζε ότι από τα έτη που δείχνουν αιώνες (επαιώνια έτη) δίσεκτα θα θεωρούνται μόνον εκείνα των οποίων ο αριθμός των αιώνων διαιρούμενος δια 9, δίνει υπόλοιπο 2 ή 6. Για τα άλλα έτη ισχύει ο ιου-λιανός κανόνας. Συνεπώς αντί των δίσεκτων ετών 400, 800, 1200, 1600, 2000 κ.ο.κ. του Γρηγοριανού ημερολογίου, καθιέρωνε ως δίσεκτα τα έτη 200,600,1100,1500,2000 κ.ο.κ. Εντός κύκλου 900 ετών περιέχονται 218 δίσεκτα έτη και έτσι η μέση διάρκεια του προτεινόμενου έτους είναι 365, 24222222 ημέρες, δηλαδή το σφάλμα του είναι περίπου 2,03 δευτερόλεπτα ετησίως, που σημαίνει ότι αστρονομικά είναι το ακριβέστερο από όλα τα προταθέντα μέχρι σήμερα ημερολογιακά συστήματα! Εάν τώρα δεν έχει υιοθετηθεί από τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες οι λόγοι ασφαλώς δεν είναι επιστημονικοί. Όσον αφορά τον εορτασμό του Πάσχα το Συνέδριο πρότεινε ο καθορισμός της εαρινής πανσελήνου να καθορίζεται αστρονομικά με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και η ημερομηνία του να καθορίζεται κατά τον “χρόνο” της Ιερουσαλήμ. Υπέδειξε επιπλέον σε όλα τα Ορθόδοξα Αστεροσκοπεία και Πανεπιστήμια να φτιάξουν πίνακες του Πασχαλίου μεγάλης διάρκειας. Ωστόσο για να τακτοποιηθεί το ημερολογιακό ζήτημα πρότεινε τελικά, έπειτα από συμβιβαστική πρόταση της Εκκλησίας της Ελλάδος, αφενός μεν να προστεθούν οι 13 ημέρες στο Ιουλιανό ημερολόγιο δημιουργώντας το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο, αφετέρου δε να μην γίνει καμία παρέμβαση στον Πασχάλιο κύκλο. Μ' αυτόν τον τρόπο η προσθήκη των 13 ημερών δεν συναντά κανένα δογματικό ή κανονικό κώλυμα, εφ' όσον δεν θίγεται διόλου το ζήτημα του υπολογισμού του Πάσχα. Επίσης απεφάσισε η κάθε Εκκλησία να αποφασίσει ελεύθερα εάν προτιμά να ακολουθήσει το Ιουλιανό ημερολόγιο ή το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό. Ούτε η μία ούτε η άλλη απόφαση θα επηρεάσει την ενότητα και την κανονική κοινωνία των Ορθοδόξων Εκκλησιών μεταξύ τους.



Τελικά, το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο υιοθετήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Ελλάδος τη 10η Μαρτίου του 1924, που θεωρήθηκε 23η Μαρτίου του 1924, γιατί εν τω μεταξύ η διαφορά είχε φθάσει τις 13 ημέρες. Αναφορικά με τα Πατριαρχεία που έλαβαν μέρος στο Συνέδριο, το Ρωσικό αποφάσισε να μην προχωρήσει σε καμία αλλαγή. Το Πατριαρχείο της Σερβίας αρχικά απεδέχθη το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο, αλλά στη συνέχεια υπαναχώρησε.

Από τα Πατριαρχεία που δεν έλαβαν μέρος στο Πανορθόδοξο Συνέδριο, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας δεν δέχτηκαν την πρόταση του Συνεδρίου εφ' όσον δεν την επικύρωνε απόφαση Οικουμενικής Συνόδου. Επίσης, την ίδια απόφαση πήρε και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, επειδή υποστήριζε ότι με την αλλαγή του ημερολογίου θα άλλαζε και το Πασχάλιο, δημιουργώντας σύγχυση στους πιστούς προσκυνητές που συνέρεαν στην ιερή πόλη. Λίγα χρόνια αργότερα, την 1η Οκτωβρίου του 1928, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας υιοθέτησε κι αυτό το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο.



Σήμερα το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο ακολουθούν τα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Επίσης οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες Ελλάδος, Κύπρου, Αλβανίας και Πολωνίας, όπως και οι Αυτόνομες Εκκλησίες Τσεχίας και Σλοβακίας. Τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Ρωσίας και Σερβίας δεν έχουν αποδεχθεί την ημερολογιακή μεταρρύθμιση και για λόγους παράδοσης διατηρούν μέχρι σήμερα το Ιουλιανό ημερολόγιο. Ακριβώς για λόγους παράδοσης στην Ελλάδα τα μοναστήρια στο Άγιον Όρος όπως και τα μετόχια του Αγίου Όρους στην υπόλοιπη Ελλάδα διατηρούν το Ιουλιανό (παλαιό) ημερολόγιο, το οποίο διατηρούν και οι “Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί” (Γ.O.X.), γνωστοί ως παλαιοημερολογίτες.







ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ



ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ υπήρξαν έντονες αντιδράσεις στην ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Ο φανατισμός των απλοϊκών πιστών μεγάλωνε με διάφορα επιχειρήματα, όπως ότι η αλλαγή του ημερολογίου ήταν δογματικό θέμα που απαγόρευαν οι Πατέρες της Εκκλησίας, ότι η διόρθωση του Ιουλιανού ήταν προσχώρηση στο παπικό Γρηγοριανό ημερολόγιο, ότι αυτό καθαυτό το ημερολόγιο είναι στοιχείο της ιερής παράδοσης και άρα δεν πρέπει να υπόκειται σε αλλαγές, και ότι η Εκκλησία της Ελλάδος, αφού έκανε τη μεταρρύθμιση, είναι σχισματική!

Ο φανατισμός ήταν μεγάλος και άμεσα εμφανίστηκαν οι πρώτοι σύλλογοι που αντιστρατεύονται την ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Ο πρώτος ήταν ο “Θρησκευτικός Σύλλογος των Ορθοδόξων” που ιδρύθηκε το 1924 από κληρικούς και λαϊκούς. Ο Σύλλογος μετονομάστηκε το 1926 σε “Ελληνική Θρησκευτική Κοινότητα των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών”. Σήμερα η κοινότητα αυτή αποτελεί την Εκκλησία των “Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών” (Γ.O.X.) της Ελλάδος και οι πιστοί της είναι γνωστοί ως “Παλαιοημερολογίτες”.
Οι αντιδράσεις και ο φανατισμός που ακολούθησε δεν είχαν βάση, αφού η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος έκανε σαφές με εγκύκλιο της ότι δεν υιοθετούσε το Γρηγοριανό ημερολόγιο, αλλά το νέο διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο. Στην απόφαση υιοθέτησης του νέου ημερολογίου γινόταν ειδική μνεία ότι το Πάσχα και οι από αυτό εξαρτώμενες κινητές εορτές επρόκειτο να εορτάζονται κατά το παλαιό, δηλαδή το Ιουλιανό ημερολόγιο. Με μακροσκελή δε εγκύκλιο της η Ιερά Σύνοδος ενημέρωνε τον ελληνικό λαό για την αλλαγή και ζητούσε υπακοή στην απόφαση των ποιμένων του, η οποία απέβλεπε στην εξομάλυνση των κοινωνικών σχέσεων, χωρίς να θίγονται τα δόγματα της πίστεως. Άλλωστε, η εορτή του Πάσχα θα εξακολουθούσε να εορτάζεται με το παλαιό, δηλαδή το Ιουλιανό ημερολόγιο, ώστε να μην υπάρχει ούτε η παραμικρή υποψία ότι με την αλλαγή κατεπατήθη κάποιος Ιερός Κανών. Αυτός είναι ο λόγος που ως σήμερα, παλαιοημερολογίτες και νεοημερολογίτες, εορτάζουμε από κοινού το Πάσχα και τις από αυτό εξαρτώμενες κινητές εορτές.



Το παλαιό ημερολόγιο

Δυστυχώς, όμως, επικράτησε ο διχασμός και δημιουργήθηκε σχίσμα στην Εκκλησία. Το 1935 ανέλαβε την προεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου των Παλαιοημερολογιτών ο μητροπολίτης Δημητριάδος Γερμανός (Μαυρομμάτης) μαζί με τους μητροπολίτες Φλωρίνης Χρυσόστομο (Καβουρίδη) και Ζακύνθου Χρυσόστομο (Δημητρίου). Τρεις μητροπολίτες της κανονικής Εκκλησίας που, για διαφόρους λόγους ο καθένας, προσχωρήσαν στον παλαιοημερολογιτισμό. Οι μητροπολίτες αυτοί, αν και καθαιρέθηκαν, χειροτόνησαν τέσσερις παλαιοημερολογίτες επισκόπους. Τελικά, οι πέντε από τους επτά επισκόπους αποχώρησαν, και μόνον οι δύο παρέμειναν ενεργά μέλη του παλαιοημερολογιτισμού: ο πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος και ο Βρεσθένης Ματθαίος.


Το 1950 ο πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος, για να ευθυγραμμιστεί με τη σκληρή γραμμή της παράταξης του Βρεσθένης Ματθαίου, κήρυξε την Εκκλησία της Ελλάδος σχισματική και τα Μυστήρια της άκυρα.
Αργότερα ανακάλεσε τη δήλωση του και το χάσμα μεταξύ των δύο παρατάξεων των Παλαιοημερολογιτών έγινε αγεφύρωτο.


Οι Παλαιοημερολογίτες δεν δέχονται το Γρηγοριανό ημερολόγιο ούτε το νέο διορθωμένο Ιουλιανό και πιστεύουν ότι για λόγους ιερής παράδοσης έπρεπε να διατηρηθεί το Ιουλιανό-παλαιό ημερολόγιο. Λόγω αυτού του γεγονότος πηγαίνουν 13 ημέρες πίσω και τελούν και τις ακίνητες γιορτές τους σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο. Πάντως, αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι ότι η σύνταξη και η διόρθωση ενός ημερολογίου είναι ένα καθαρά αστρονομικό και μαθηματικό πρόβλημα, και ως εκ τούτου κάθε πολιτική, προσωπική ή θρησκευτική διένεξη πάνω στον καταρτισμό του πρέπει να θεωρείται επιεικώς αναχρονιστική και αφελής.



Για να μπορούν οι Παλαιοημερολογίτες να υπολογίζουν την αντίστοιχη ημερομηνία του Γρηγοριανού ημερολογίου, προσθέτουν 13 ημέρες στην ημερομηνία που δείχνει το Ιουλιανό ημερολόγιο, το οποίο ακολουθούν. Η διαφορά αυτή μετά την 15η Φεβρουαρίου του Ιουλιανού (ή την 28η Φεβρουαρίου του Γρηγοριανού) του έτους 2100 μ.Χ. θα γίνει ίση με 14 ημέρες. Δηλαδή η διαφορά των δύο ημερολογίων ήταν 13 ημέρες την 1η Μαρτίου του 1900 μ.Χ., θα γίνει 14 ημέρες την 1η Μαρτίου του 2100 μ.Χ. και θα αυξάνει κατά μία ημέρα, τη δίσεκτη ημέρα του Ιουλιανού ημερολογίου, για κάθε επαιώνιο έτος*, που δεν είναι διαιρετό δια του 400. Αν το Ιουλιανό ημερολόγιο διατηρηθεί για 20.000 έτη, οι Παλαιοημερολογίτες θα έχουν εαρινή ισημερία, σύμφωνα με το ημερολόγιο τους, περίπου στις αρχές του φθινοπώρου!



Σήμερα οι διάφορες χριστιανικές Εκκλησίες και τα Πατριαρχεία ακολουθούν διάφορα ημερολόγια, όπως το Ιουλιανό, το Γρηγοριανό ή το Νέο Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο. Εννοείται ότι η διαφορετική αυτή ημερολογιακή κατάσταση δεν επηρεάζει σε τίποτα τις κανονικές σχέσεις κοινωνίας και ενότητας μεταξύ των Εκκλησιών.



ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Επαιώνιο έτος ονομάζεται το τελευταίο έτος κάθε αιώνα, το οποίο, κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο, αν και είναι διαιρετό πάντα δια του 4, δεν υπολογίζεται ως δίσεκτο έτος. Από τα επαιώνια έτη στο Γρηγοριανό ημερολόγιο θεωρούνται ως δίσεκτα μόνον εκείνα που είναι διαιρετά δια του 400.



ΕΒΡΑΪΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
ΚΑΙ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Άρρηκτα συνδεδεμένος με την τήρηση του ημερολογίου είναι εορτασμός του εβραϊκού Πάσχα. Γι' αυτό, ουσιαστικές μεταβολές στο είδος του χρησιμοποιουμένου εβραϊκού ημερολογίου είχαν ως συνέπεια και αντίστοιχες ρυθμιστικές διατάξεις για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα. Το “Μωσαϊκό” ημερολόγιο, αυτό που εισήγαγε ο Μωϋσής, ήταν αιγυπτιακής προελεύσεως και μάλιστα καθαρώς ηλιακό, δηλαδή άσχετο προς τις φάσεις της σελήνης, ήταν όμως πολύ καλύτερο από το αιγυπτιακό. Περιλάμβανε 12 μήνες των 30 ημερών (12 μήνες χ 30 ημέρες = 360 ημέρες) και 5 “επαγόμενες” ημέρες, τρεις από τις οποίες προσέθεταν στο τέλος του πρώτου και δύο στο τέλος του δευτέρου εξαμήνου. Επειδή όμως, το τροπικό έτος ισούται προς 365 1/4 ημέρες, κάθε 28 έτη προσέθεταν μίαν “εμβόλιμη” εβδομάδα (28 έτη Χ 1/4 ημέρας = 7 ημέρες).
Κατ' αυτόν τον τρόπο επιτύγχαναν, η πρωτοχρονιά τους να μη διαφέρει (δηλαδή να προηγείται ή να έπεται) από την ημερομηνία της αληθούς εαρινής ισημερίας περισσότερο από 3 1/2 ημέρες. Διότι, αν κάποιο έτος η πρωτοχρονιά συνέπιπτε με την εαρινή ισημερία, το επόμενο έτος θα υπήρχε μια διαφορά 1/4 ημέρας, δηλαδή η πρωτοχρονιά θα προηγείτο κατά 1/4 ημέρας από την αληθινή εαρινή ισημερία, τον μεθεπόμενο χρόνο η διαφορά θα ήταν 1/4+1/4=1/2 ημέρας κ.ο.κ. Έτσι, σε 14 χρόνια η πρωτοχρονιά θα προηγείτο κατά (14x1/4=) 3 1/2 ημέρες. Προσθέτοντας τότε την εμβόλιμη εβδομάδα, το επόμενο έτος η πρωτοχρονιά θα έπετο κατά 3 1/2 ημέρες από την αληθινή εαρινή ισημερία η διαφορά θα άρχιζε να μικραίνει κατά 1/4 ημέρας, και αφού τη 14η χρονιά θα μηδενιζόταν πάλι, έκτοτε θα άρχιζε η πρωτοχρονιά να προηγείται της εαρινής ισημερίας. Έτσι, σε αλλά 14 χρόνια που η διαφορά τους θα έφθανε τις 3 1/2 ημέρες θα προστίθετο πάλι η εμβόλιμη εβδομάδα κ.ο.κ.
Επειδή ο αριθμός των 365 ημερών του τροπικού έτους διαιρούμενος δια του αριθμού των 7 ημερών της εβδομάδος αφήνει υπόλοιπο 1 (365:7=52 1/7), κάθε έτος η πρωτοχρονιά μας -και μαζί με αυτήν όλες οι άλλες ημερομηνίες- πέφτει σε διαφορετική ημέρα της εβδομάδος. Στο Μωσαϊκό ημερολόγιο, όμως, δύο ημέρες του έτους λογίζονταν ως μία: ήταν το λεγόμενο “δευτερόπρωτο Σάββατο”. Οπότε με την αρίθμηση τελικώς 364 ημερών (364:7=52) σταθεροποιούσαν όλες τις ημερομηνίες του έτους σε καθορισμένες ημέρες της εβδομάδος.


Τη 15η του Αβίβ
Ο εορτασμός του Πάσχα κατά τον πρώτο μήνα του έτους, ο οποίος ονομαζόταν “μην των νέων” ή Αβίβ, γινόταν εις ανάμνηση της εξόδου των Εβραίων από την Αίγυπτο και της διαβάσεως της Ερυθράς θαλάσσης, όπως προκύπτει από τη Μωσαϊκή Πεντάτευχο: “φύλαξαι τον μήνα των νέων και ποιήσεις το Πάσχα κυρίωι τωι Θεώι σου, ότι εν τωι μηνί των νέων εξήλθες εξ Αιγύπτου νυκτός” (Δευτερονό-μιο 16,1). Στην εορτή αυτή, η οποία έπρεπε να εορτάζεται εσαεί (“και έσται η ημέρα υμίν αύτη μνημόσυνον, και εορτάσετε αυτήν εορτήν Κυρίωι εις πάσας τας γενεάς υμών νόμιμον αιώνιον εορτάσετε αυτήν”), όφειλαν να μετέχουν όλοι, ενώ με αποβολή από την εβραϊκή κοινωνία τιμωρούσαν τους παραβάτες.

Το κύριο όνομα της εορτής ήταν “Πάσχα”. Ονομαζόταν όμως και “εορτή των αζύμων” (“την εορτήν των αζύμων φυλάξασθαι ποιείν”, Εξοδος 23,15) ή “άζυμα”, διότι κατ' αυτήν έπρεπε να χρησιμοποιούν “άζυμον” άρτον -σύμβολο της βιασύνης “μεθ' ης εξήλθον εκ γης Αιγύπτου”- ή “εορτή”, διότι ήταν η σπουδαιότερη εβραϊκή εορτή. Η εορτή, η οποία γινόταν στον Ναό των Ιεροσολύμων, διαρκούσε 7 ημέρες, από το εσπέρας της 14ης έως το εσπέρας της 21ης του πρώτου μηνός του έτους, του Αβίβ: “εναρχομένου τηι τεσσαρεσκαιδεκάτηι του μηνός του πρώτου αφ' εσπέρας ... έως ημέρας μιας και εικάδος του μηνός έως εσπέρας· επτά ημέρας ζύμη ουχ ευρεθήσεται εν ταις οικίαις υμών” (Εξοδος 12, 18-19). Μπορούσε δε να αναβληθεί κατά ένα μήνα για όσους ήταν δικαιολογημένοι “ακάθαρτοι” εκείνον τον καιρό.

Στην αρχαιότητα η μέτρηση του ημερονυκτίου άρχιζε με την ανατολή ή τη δύση του ηλίου. Π.χ. οι Εβραίοι θεωρούσαν ως αρχή της ημερομηνίας τη δύση του ηλίου της προηγουμένης καθ' ημάς ημέρας, οπότε πρώτο μέρος του ημερονυκτίου τους ήταν η νύκτα και δεύτερο η ημέρα. Επομένως, από το εσπέρας της 14ns έως το εσπέρας της 21ns του Αβίβ μετρούνται 7 ημερονύκτια, δηλαδή η εορτή ήταν πράγματι επταήμερος. Ας σημειωθεί ότι επειδή η Χριστιανική εκκλησία ακολουθεί αυτή την παράδοση της μετρήσεως του ημερονυκτίου, κατά το εκκλησιαστικό τυπικό η νέα ημερομηνία αρχίζει με την εσπερινή ακολουθία της προηγουμένης κατά το πολιτικό ημερολόγιο ημερομηνίας, δηλαδή με τον εσπερινό της “παραμονής”. Επειδή το εβραϊκό έτος άρχιζε ημέρα Σάββατο, δηλαδή η πρώτη ημέρα του πρώτου μηνός (Αβίβ) ήταν Σάββατο, έπεται ότι και η 15η του Αβίβ, η ημέρα της εορτής του Πάσχα ήταν πάντοτε Σάββατο και μάλιστα μεγάλη αργία: “και εν τηι πεντακαιδεκάτηι ημέραι του μηνός τούτου εορτή των αζύμων τωι Kupicor επτά ημέρας άζυ-μα έδεσθε· και η ημέρα η πρώτη κλη-τή αγία έσται υμίν, παν έργον λατρευ-τόν ου ποιήσετε” (Αευϊτ. 23, 6-7). Επομένως, καθ' όλην τη διάρκεια των ετών όπου οι Εβραίοι ακολουθούσαν το Μωσαϊκό ημερολόγιο, η εορτή του Πάσχα γινόταν ημέρα Σάββατο. Η παραμονή του Πάσχα, Παρασκευή 14η Αβίβ, δεν συμπεριλαμβανόταν στις ημέρες τη5 εορτής, αλλά λόγω της θυσίας του αμνού “εσπέρας προς δυσμάς ηλίου”, ονομαζόταν καταχρηστικώς “Πάσχα του Κυρίου” ή “Πάσχα του αρνιού”, και δεν ήταν αργία.



Σεληνο-ηλιακό ημερολόγιο
Υπεύθυνο για την απαρέγκλιτη τήρηση του Μωσαϊκού ημερολογίου και επομένως της σωστής ημερομηνίας του Πάσχα ήταν το εβραϊκό ιερατείο και ειδικώς ο μέγας αρχιερεύς. Τα πράγματα όμως άλλαξαν ριζικώς μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τον Ναβουχοδονόσορα το 587 π.Χ. και την αναγκαστική “μετοικεσία” των Εβραίων στη Βαβυλώνα. Μετά την κα-ταληψη της Βαβυλώνας από τον Κύρο το 539 π.Χ., οι Εβραίοι επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ το 536 π.Χ. Κατά τη διαμονή τους όμως στη Βαβυλώνα επί μισόν αιώνα, οι Εβραίοι “έχασαν” την τήρηση του καθαρώς ηλιακού Μωσαϊκού ημερολογίου και υιοθέτησαν το σεληνο-ηλιακό βαβυλωνιακό ημερολόγιο, το οποίο συνέχισαν να χρησιμοποιούν και μετά την επιστροφή στην πατρίδα τους.

Στα σεληνο-ηλιακά ημερολόγια λαμβάνεται υπ' όψιν ο χρόνος μεταξύ δύο διαδοχικών ομοίων φάσεων της σελήνης (π.χ. δύο διαδοχικών πανσελήνων), δηλαδή ο συνοδικός μήνας, ο οποίος ισούται προς 29 1/2 ημέρες. Έτσι το σεληνο-ηλιακό βαβυλωνιακό έτος περιείχε 12 σεληνιακούς συνοδικούς μήνες των 30 και 29 ημερών εναλλάξ, ήτοι 354 ημέρες (30x6=180, 29x6=174, 180+174=354)· δηλαδή, υπολειπόταν κατά 111/4 ημέρες από το τροπικό ηλιακό έτος, το οποίο συμβαδίζει με τις εποχές. Γι' αυτό, κάθε που το ιερατείο έκρινε σκόπιμο τούτο, προσέθετε ολόκληρον εμβόλιμο μήνα, προκειμένου να επέλθει συμφωνία μεταξύ ημερολογίου και εποχών.

Επειδή ως πρωτοχρονιά λαμβανόταν η ημέρα της νέας σελήνης του πρώτου μηνός Νισάν (βαβυλωνιακό όνομα), η εορτή του Πάσχα η 15 του Νισάν εορταζόταν κατά την πρώτη εαρινή πανσέληνο. Αυτή όμως δεν ήταν πλέον η 15η ημέρα (± 3 1/2 ημέρες) μετά την εαρινή ισημερία και πάντοτε Σάββατο, όπως συνέβαινε με το Μωσαϊκό ημερολόγιο, αλλά κάποια τυχούσα ημέρα της εβδομάδος μετά από αυτήν, αφού οι φάσεις της σελήνης γίνονται οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδος. Αναγκάσθηκε λοιπόν το εβραϊκό ιερατείο να επιτρέψει τον εορτασμό του Πάσχα κατά ημέρα Σάββατο, Κυριακή, Τρίτη και Πέμπτη· ποτέ όμως κατά Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή. Αν η εαρινή πανσέληνος συνέβαινε σε απαγορευμένη ημέρα, τότε το Πάσχα εορταζόταν την επομένη ημέρα.

Η απαγόρευση του εορτασμού του Πάσχα κατά ημέρα Παρασκευή οφειλόταν σε ιστορικούς λόγους: Εως τη μετοικεσία Βαβυλώνος η 14η Αβίβ ήταν πάντοτε ημέρα ετοιμασίας, “παρασκευής” του Πάσχα. Γι' αυτό και κατ' εξαίρεση δεν ονομαζόταν “έκτη” ημέρα της εβδομάδος, όπως συνέβαινε σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, αλλά Παρασκευή του Πάσχα ή απλώς Παρασκευή.


ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ μετά Χριστόν χρόνους, η Ανάσταση του Κυρίου γιορταζόταν από ορισμένες Εκκλησίες την ημέρα που άρχιζε η περίοδος του εβραϊκού Πάσχα, ενώ άλλες τη γιόρταζαν την Κυριακή που υπήρχε μέσα στην εβραϊκή πασχαλινή εβδομάδα. Γεγονός είναι ότι πολλές χριστιανικές Εκκλησίες έδιναν μεγάλη σημασία στις ημερομηνίες που σταυρώθηκε και αναστήθηκε ο Χριστός. Ετσι, γιόρταζαν το Σταυρώσιμο Πάσχα την 14η Νισάν και μετά δύο ημέρες, χωρίς να δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο αν η ημέρα αυτή τύχαινε να είναι Κυριακή, το Αναστάσιμο Πάσχα.
Οι χριστιανοί αυτοί γιόρταζαν το Σταυρώσιμο Πάσχα μαζί με το Πάσχα των Εβραίων την 14η Νισάν και λόγω αυτού του γεγονότος ονομάστηκαν: “Τεσσαρεσκαιδε-κατίται” (Quatro-decimani).

Για τον προσδιορισμό του Σταυρώσιμου Πάσχα όμως, το κύριο ερώτημα ήταν πώς θα έπρεπε να καταμετρηθεί το βράδυ της 14ης ημέρας. Ορισμένοι γιόρταζαν το Σταυρώσιμο Πάσχα το βράδυ της 14ης ημέρας, το οποίο όμως ανήκε στη 15η ημέρα, αφού κατά τους Εβραίους η ημέρα αλλάζει στις 6 μ.μ. Γι' αυτόν τον λόγο ονομάστηκαν Πεντεκαιδεκατίται (Quinto-decimani).

Οι Τεσσαρεσκαιδεκατίται γιόρταζαν το Σταυρώσιμο Πάσχα το προηγούμενο από τους Πεντεκαιδεκατίται βράδυ, αφού κατά την εβραϊκή πρακτική η δύση του Ηλίου ανάγγελλε μια καινούργια ημέρα. Και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές είχαν τους υποστηρικτές τους. Οι Ανατολικές χριστιανικές Εκκλησίες ακολουθούσαν την πρακτική των Τεσσαρεσκαιδεκατιτών, ενώ οι Δυτικές των Πεντεκαιδεκατιτών.

Η Α' Οικουμενική Σύνοδος, που συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας (325), καταδίκασε τους Τεσσαρεσκαιδεκατίτας ως “έχοντας παρανοήσει την χριστιανικήν παράδοσιν καί ως μη αναμένοντας την Αναστάσιμον Κυριακήν”. Οι Τεσσαρεσκαιδεκατίται, που αποτελούσαν την πλειονότητα των Εκκλησιών της Μικράς Ασίας, αρνήθηκαν να δεχτούν τις αποφάσεις των Συνόδων και συνέχιζαν να γιορτάζουν το Πάσχα στην παραπάνω ημερομηνία, περίπου μέχρι τον 6ο αιώνα. Την ίδια πρακτική ακολουθούσε και η Παλαιά Εκκλησία της Αγγλίας, που την εποχή εκείνη ήταν μάλλον αποκομμένη από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές Εκκλησίες. Με την άφιξη όμως, στη Βρετανία το 596 ιεραποστόλων υπό τον Αυγουστίνο, αρχιεπίσκοπο Καντέρμπουρυ αποσταλέντων από τον Πάπα της Ρώμης Γρηγόριο Α' τον Μέγα, η νεοϊδρυθείσα Εκκλησία της Αγγλίας άλλαξε γνώμη.



Διαφωνίες και διενέξεις
Κάποιες χριστιανικές Εκκλησίες, αντίθετα με τους Τεσσαρεσκαιδεκατίτας και τους Πεντεκαιδεκατίτας, έδιναν μεγάλη σημασία στην ημέρα της εβδομάδας που έπεφτε το Πάσχα. Ετσι, αν η 14η Νισάν έπεφτε ημέρα Παρασκευή, περίμεναν την επόμενη Παρασκευή για να γιορτάσουν τη Σταύρωση και μετά δύο ημέρες την Ανάσταση του Κυρίου.
Εκτός όμως, από τις διαφορές θρησκευτικής φύσεως, υπήρχαν και οι αστρονομικές διαφορές. Οι χριστιανικές Εκκλησίες διαφωνούσαν για την ακριβή αστρονομική ημερομηνία στην οποία αντιστοιχούσε η 14η Νισάν.
Ο εορτασμός του εβραϊκού Πάσχα πριν οριστικοποιηθεί ότι πρέπει να εορτάζεται μετά την 27η Μαρτίου- έπεφτε μερικές φορές πριν από την εαρινή ισημερία. Πολλοί χριστιανοί, λοιπόν, δεν πρόσεχαν αυτήν την αστρονομική λεπτομέρεια και γιόρταζαν το Πάσχα, πριν από την ημερομηνία της εαρινής ισημερίας. Από αυτό το γεγονός, οι πιστοί αυτοί ονομάστηκαν “Πρωτοπασχίται”.

Η Δυτική Εκκλησία της Ρώμης θεωρούσε εσφαλμένα ως εαρινή ισημερία την 18η Μαρτίου, ενώ η Εκκλησία της Αλεξανδρείας και οι άλλες Ανατολικές Εκκλησίες θεωρούσαν, πολύ σωστά, την 21η Μαρτίου.
Για τον προσδιορισμό της εαρινής πανσελήνου οι Ανατολικές Εκκλησίες χρησιμοποιούσαν τον κύκλο του Μέτωνος, όπως είχε προτείνει τον 3ο αιώνα ο Ανατόλιος, επίσκοπος Λαοδικείας της Συρίας.

Προκειμένου να προσδιοριστεί κοινός εορτασμός του Πάσχα από όλες τις χριστιανικές Εκκλησίες -πριν από τις αποφάσεις των Συνόδων- ο επίσκοπος Σμύρνης Πολύκαρπος και Παλαιστίνης Ηγήσιππος επισκέφτηκαν το 158 τον πάπα Ανίκητο (155-166). Διεφώνησαν. Παρ' όλα αυτά αποχωρίστηκαν αγαπημένοι καταλήγοντας στην απόφαση η κάθε Εκκλησία να γιορτάζει το Πάσχα κατά τη δική της πρακτική.

Μετά σαράντα χρόνια, όμως, μια σοβαρή διένεξη δημιουργήθηκε μεταξύ του πάπα Βίκτωρος Α' (189-199) και του Πολυκράτη, επισκόπου Εφέσου. Ο πάπας Βίκτωρας Α' πρότεινε την Κυριακή ως ημέρα εορτασμού του Πάσχα και κατηγόρησε εκείνες τις Ανατολικές Εκκλησίες που γιόρταζαν το Πάσχα στις 14 του εβραϊκού μήνα Νισάν (Τεσσαρεσκαι-δεκατίται). Ο Πολυκράτης στη Σύνοδο της Εφέσου, με συμμετοχή των επισκόπων της Δυτικής Μικράς Ασίας, απέρριψε την πρόταση και τις κατηγορίες του πάπα Βίκτωρος Α' και του ζήτησε να τις ανακαλέσει. Ο πάπας Βίκτωρας Α' σε απάντηση αφόρισε την επισκοπή Εφέσου. Οι απόψεις του υιοθετήθηκαν από τους Δυτικούς επισκόπους, όχι όμως και ο αφορισμός της αδελφής Εκκλησίας.

Το ζήτημα όμως εξακολουθούσε να υπάρχει. Για τον καθορισμό, λοιπόν του Πασχαλίου, καταρτίστηκαν κατά τον 3ο αιώνα οι λεγόμενοι πασχαλινοί κανόνες πρώτα στη Δύση (κανόνας του επισκόπου Ιππολύτου) και στα μέσα του ίδιου αιώνα από τον Διονύσιο Αλεξανδρείας (195-265), που πρότεινε έναν κανόνα για τον υπολογισμό της πασχαλινής πανσελήνου βασισμένο σε 99 σεληνιακούς μήνες εντός κύκλου 8 ετών (οκτα-ετηρίδα). Τελικά, με προτροπή του Μεγάλου Κωνσταντίνου (325), η Α' Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια της Βιθυνίας, τις αποφάσεις της οποίας θα γνωρίσουμε στη συνέχεια, καθόρισε τον εορτασμό της μεγάλης αυτής γιορτής της Χριστιανοσύνης.

Ο καθορισμός της ημερομηνίας του Πάσχα, ήταν μεγάλο πρόβλημα για τις Πρωτο-χριστιανικές Εκκλησίες. Επειδή, λοιπόν, οι Εβραίοι γιόρταζαν το δικό τους Νομικό Πάσχα κατά την ημέρα της πανσελήνου, που συνέβαινε μετά την εαρινή ισημερία, και επειδή ο Χριστός αναστήθηκε μετά το εβραϊκό Πάσχα, η Α' Οικουμενική Σύνοδος που συνήλθε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας, θεώρησε αναγκαίο να σταματήσουν οι ασάφειες ως προς την ημερομηνία εορτασμού της.

Το 325 μ.Χ. η εαρινή ισημερία συνέβη στις 21 Μαρτίου και πάνω σ' αυτήν τη σταθερή, όπως υπολόγισαν, ημερομηνία βασίστηκε ο επόμενος συνοδικός κανόνας υπολογισμού του Πάσχα, όπως τον διατήρησε η παράδοση: “Το Πάσχα θα εορτάζεται την 1η Κυριακή, μετά τη Σελήνη 14 ημερών η οποία συμπίπτει ή έπεται της εαρινής ισημερίας στις 21 Μαρτίου”. Συνεπώς, αν η Σελήνη 14 ημερών (συνήθως πανσέληνος) συμβεί Κυριακή, το Πάσχα θα γιορτάζεται μία Κυριακή αργότερα, για να μη συμπίπτει το χριστιανικό με το εβραϊκό Πάσχα. Δηλαδή, ο κανόνας αυτός απαιτεί να γιορτάζεται το χριστιανικό Πάσχα μετά το εβραϊκό Πάσχα, που το γιορτάζουν οι Εβραίοι κατά την πανσέληνο του μήνα Νισάν, η οποία συμβαίνει συνήθως μετά την εαρινή ισημερία.

Στη συνέχεια, οι Πατέρες της Εκκλησίας ανάθεσαν στον Πατριάρχη Κύριλλο Α' της Αλεξάνδρειας (376-444 μ.Χ.), περιοχή όπου άκμαζε τότε η Αστρονομία, να καθορίσει το “Πασχάλιο” για όλες τις Χριστιανικές Εκκλησίες. Ο Κύριλλος Α' κατασκεύασε πίνακες του Πασχαλίου, με αφετηρία χρονολογήσεων την εποχή Διοκλητιανού, οι οποίοι πιθανώς έφθαναν μέχρι το 531 μ.Χ. Οι αστρονόμοι όμως της Αλεξάνδρειας υπολόγιζαν τις ημέρες της πανσελήνου από τον 19ετή κύκλο του Μέτωνος. Οι ημερομηνίες λοιπόν του Πάσχα καθορίστηκαν αρχικά (και καθορίζονται μέχρι σήμερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία) με βάση τον 19ετή αυτόν κύκλο.

Ετσι “Πασχαλιον”, ήδη από τον 3ο αιώνα, ονομαζόταν ο Πίνακας, που κατάρτισαν αρχικά οι χριστιανοί επιστήμονες και ιερωμένοι, στον οποίον αναγράφονται οι ημερομηνίες των κινητών γιορτών κάθε έτους με αφετηρία την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Ο αρχικός Πίνακας του Πασχαλίου υπέστη αργότερα ελαφρές τροποποιήσεις στην Αλεξάνδρεια και την Αντιόχεια, που αποσκοπούσαν κυρίως στην απλούστευση των σχετικών υπολογισμών.

Απ' ό,τι φαίνεται, όμως, οι προηγούμενες προσπάθειες δεν ικανοποιούσαν αρκετά τις διάφορες Εκκλησίες. Ετσι, έναν περίπου αιώνα μετά την απόφαση της Α' Οικουμενικής Συνόδου, ο Βικτώριος Ακουιτάνος (Victor^ d' Aquitaine) με εντολή του πάπα Ιλάριου (461-467), ασχολήθηκε με τα ημερολογιακά ζητήματα και ιδιαίτερα με τον καθορισμό της ημέρας εορτασμού του Πάσχα (463 μ.Χ.).

Η Σύνοδος το 325 μ.χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας καθόρισε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα.
Σημαντική συμβολή του Βικτώριου Ακουιτάνου ήταν το ότι συνδύασε τον 19ετή κύκλο του Μέτωνος με τον 28ετή κύκλο του Ηλιου και έτσι υπολόγισε τον κύκλο της “μεγάλης Πασχαλινής περιόδου”. Αυτή ήταν ίση με 532 έτη (= 19x28 έτη) και αναφερόταν συχνά ως “Βικτωριανή περίοδος”. Δηλαδή ο Βικτώριος παρατήρησε ότι αν σημειώσουμε τις διαδοχικές ημερομηνίες του Πάσχα για 532 έτη, η αριθμητική αυτή σειρά θα επαναλαμβάνεται η ίδια με την πάροδο των αιώνων.

Η “μεγαλή Πασχαλινή ή Βικτωριανή περίοδος” των 532 ετών είναι σήμερα γνωστή ως “Διονυσιακή”, διότι χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τον εκκλησιαστικό συγγραφέα Διονύσιο τον Μικρό (Dionystus Exiguus) ο οποίος με διαταγή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α' (6ος μ.Χ. αιώνας) ασχολήθηκε με τον προσδιορισμό του Πασχαλίου. Ο Διονύσιος ο Μικρός κατασκεύασε Πίνακες του Πασχαλίου από το 532 μέχρι το 627 μ.Χ. Στη συνέχεια, ο πολυμαθέστατος Ισίδωρος, επίσκοπος Σεβίλλης (560-636 μ.Χ.), επεξέτεινε τους Πίνακες αυτούς μέχρι το 721 μ.Χ.

Τον όγδοο αιώνα ο επιφανής Αγγλος θεολόγος Βέδας ο Αιδέσιμος (Venerable Bede, 672-735 μ.Χ.)τους επεξέτεινε μέχρι το 1063 μ.Χ.
Ετσι, τελικά, κατασκευάστηκαν πίνακες του Πασχαλίου για μια ολόκληρη “Διονυσιακή περίοδο” 532 ετών. Επίσης, είναι γνωστό ότι τα Annales Cambriae (Ουαλλικά χρονικά) του 11ου αιώνα, είναι στην ουσία Πασχαλινά χρονικά, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι μοναχοί για να βρίσκουν τη σωστή ημερομηνία της κινητής εορτής του Πάσχα. Τονίζουμε ακόμα ότι μια αφορμή για τη σύγκρουση μεταξύ του πάπα Λέοντα Θ' (1049-1054) και του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριου (1043-1058), εκτός του θέματος του γάμου των Βυζαντινών ιερέων, υπήρξε το ζήτημα καθορισμού της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα. Αρα, ο προσδιορισμός του Πασχαλίου ήταν ένα πολύ σοβαρό ζήτημα στις σχέσεις ανάμεσα στην Ανατολική και στη Δυτική Εκκλησία.
Στη συνέχεια και ο σπουδαίος αστρονόμος του Βυζαντίου, ο Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1359 μ.Χ.), είχε προσδιορίσει το σφαλμα του Ιουλιανού ημερολογίου και είχε καταρτίσει σχέδιο διόρθωσης του Πασχαλίου, που δυστυχώς δεν πραγματοποιήθηκε. Αλλά και κατά τους μετέπειτα χρόνους, το ζήτημα του Πασχαλίου ενδιέφερε τους Έλληνες λογίους της εποχής.

Με τη Γρηγοριανή μεταρρύθμιση του 1582 μ.Χ. η Δυτική Εκκλησία αντικατέστησε τον “χρυσούν αριθμόν” του Μέτωνος με την ακριβέστερη γρηγοριανή επακτή του Λίλιου και τους νέους Πίνακες υπολογισμού του Πάσχα του Ιησουίτη μοναχού, μαθηματικού και αστρονόμου Κρίστοφερ Κλάβιους, για το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Τελικά το πρόβλημα λύθηκε οριστικά το 1800 μ.Χ. όταν οι πίνακες αυτοί αντικαταστάθηκαν από τον περίφημο κανόνα υπολογισμού του Πάσχα του ονομαστού Γερμανού μαθηματικού Γκάους (1777-1855).
Ο κανόνας, ή καλύτερα η σχέση του Γκάους χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό τόσο του Ορθόδοξου Πάσχα, όσο και του γρηγοριανού Πάσχα των Ρωμαιοκαθολικών και Διαμαρτυρομένων, με τις επιμέρους τροποποιήσεις του για κάθε μία των περιπτώσεων.



Το Πάσχα
για τους Ορθόδοξους και τους Δυτικούς
ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ Εκκλησία το Πάσχα θεωρείται το κέντρο του εκκλησιαστικού εορτολογίου, αφού αρχίζει την Κυριακή του Τελώνη και Φαρισαίου (αρχή Τριωδίου) και τελειώνει την Κυριακή των Αγίων Πάντων, καλύπτοντας περίπου το 1/3 του εκκλησιαστικού έτους, δηλαδή μία περίοδο περίπου 18 εβδομάδων. Άλλωστε για τους Ορθοδόξους το Πάσχα είναι: “βασιλίς εορτών, εορτή εορτών και πανήγυρις πανηγύρεων”.

Για τον καθορισμό του Ορθοδόξου Πάσχα, η εαρινή ισημερία υπολογίζεται σύμφωνα με το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο. Γι' αυτόν τον λόγο οι ορθόδοξοι “Νέο-ημερολογίτες” γιορτάζουν το Πάσχα την ίδια ημέρα με τους “Παλαιο-ημερολογίτες”. Ο εορτασμός δηλαδή είναι κοινός, την ίδια Κυριακή, ασχέτως αν τα ημερολόγια μας δείχνουν ακριβώς εκείνη την ημέρα διαφορετική ημερομηνία (13 ημέρες διαφορά επί του παρόντος. Γενικά, συνεορτάζουμε όλη την περίοδο από την Κυριακή της Τυρινής (49 ημέρες πριν από το Πάσχα) έως την Κυριακή της Πεντηκοστής (49 ημέρες μετά το Πάσχα). Ο εορτασμός είναι κοινός στην ίδια ημέρα, όχι όμως και την ίδια ημερολογιακή ημερομηνία.

Λόγω λοιπόν του υπολογισμού του Πάσχα με βάση την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, αλλά και ως προς την ημερομηνία που γιορτάζεται το εβραϊκό Πάσχα, ο εορτασμός του οριοθετήθηκε να συμβαίνει πάντα μεταξύ 22ας Μαρτίου (όταν η εαρινή πανσέληνος πέφτει Σάββατο 21 Μαρτίου) και 25ης Απριλίου (όταν η εαρινή πανσέληνος πέφτει Κυριακή 18 Απριλίου). Το Πάσχα αυτό είναι το καλούμενο Ιουλιανό Πάσχα και υπολογίζεται σύμφωνα με το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο.

Τα όρια του Γρηγοριανού Πάσχα των Δυτικών είναι ακριβώς οι ίδιες ημερομηνίες, δηλαδή 22α Μαρτίου και 25η Απριλίου, μόνο που υπολογίζονται με το νέο Γρηγοριανό ημερολόγιο. Συνεπώς, το Πάσχα των Δυτικών κινείται ορθώς εντός των 35 ημερών που ακολουθούν την εαρινή ισημερία, ενώ οι ημερομηνίες του Ορθοδόξου Πάσχα διαφέρουν από τα όρια του Γρηγοριανού κατά τις αντίστοιχες, προς το παρόν, 13 ημέρες διαφοράς των δύο ημερολογιών. Δηλαδή 22 Μαρτίου+13 ημέρες=4 Απριλίου και 25 Απριλίου + 13 ημέρες=8 Μαΐου. Επομένως το Ορθόδοξο Πάσχα σε Γρηγοριανές ημερομηνίες κυμαίνεται μεταξύ 4ης Απριλίου και 8ης Μαΐου.


Η Πασχαλινή πανσέληνος

Παρ' όλο τον κοινό συνοδικό κανόνα υπολογισμού της Ανάστασης του Κυρίου, το Πάσχα των Ορθοδόξων δεν συμπίπτει με το Πάσχα των Καθολικών και Διαμαρτυρομένων, εν γένει, για τους επόμενους δύο λόγους:

α) Οι Καθολικοί και οι Διαμαρτυρόμενοι θεωρούν, και πολύ σωστά από αστρονομική άποψη, ως ημέρα της εαρινής ισημερίας την 21η Μαρτίου σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Οι Ορθόδοξοι θεωρούν ως ημέρα της εαρινής ισημερίας παλι την 21η Μαρτίου, αλλά σύμφωνα με το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο (διαφορά επί του παρόντος 13 ημερών). Δηλαδή, αν μεταξύ της 21ης Μαρτίου του Γρηγοριανού και της 21ης Μαρτίου του Ιουλιανού ημερολογίου συμβεί πανσέληνος, οι Καθολικοί και οι Διαμαρτυρόμενοι τη θεωρούν ως πανσέληνο του Πάσχα, ενώ αντίθετα οι Ορθόδοξοι δεν τη θεωρούν. Οι Δυτικοί θεωρούν ως πασχαλινή πανσέληνο αυτήν που εμφανίζεται αμέσως μετά την 11η, 10η ή 8η Μαρτίου του Ιουλιανού ημερολογίου, λόγω της διαφοράς των 10,11 και κατόπιν 13 ημερών, ενώ οι Ορθόδοξοι αυτήν που εμφανίζεται μετά την 21η Μαρτίου του Ιουλιανού ημερολογίου.

β) Οι Ορθόδοξοι υπολογίζουν την πανσέληνο με τον κύκλο του Μέτωνος, που προσδιορίζει την ημερομηνία της πανσελήνου με σφάλμα μίας ημέρας σε 228 έτη ή δύο περίπου ωρών σε 19 Ιουλιανά έτη. Το ασήμαντο αυτό λάθος συσσωρεύτηκε με την πάροδο των ετών, ώστε σήμερα να γίνεται λάθος 5 ημερών ως προς τον υπολογισμό της πασχαλινής πανσελήνου, εκτός των 13 ημερών της λανθασμένης αστρονομικά Ιουλιανής εαρινής ισημερίας.

Αντιθέτως, οι Καθολικοί και οι Διαμαρτυρόμενοι υπολογίζουν τον κύκλο των πανσελήνων με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια, που έχει σφαλμα μόνο μία ημέρα σε χρονικό κύκλο περίπου 20.000 ετών. Επομένως, ο υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα καθορίζεται σωστά από τους Καθολικούς και τους Διαμαρτυρόμενους και εσφαλμένα από τους Ορθόδοξους, που στηρίζονται στον κύκλο του Μέτωνος και στην πανσέληνο που συμβαίνει μετά την εαρινή ισημερία και υπολογίζεται σύμφωνα με το παλαιό Ιουλιανό και όχι με το νέο Γρηγοριανό ημερολόγιο ή το νέο διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο.

Σημειώνουμε, όμως, ότι το “σωστά” ή αντίστοιχα το “εσφαλμένα” αναφέρεται στην αστρονομική άποψη του θέματος.
Λόγοι συνοχής της Ορθοδοξίας και της Ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης επέβαλαν τη μη μετακίνηση του Πασχαλίου κατά την εποχή της υιοθέτησης του Γρηγοριανού ημερολογίου ως πολιτικού ημερολογίου από τα Ορθόδοξα χριστιανικά κράτη ή του νέου διορθωμένου Ιουλιανού ημερολογίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Εκκλησία της Ελλάδος και τις άλλες ομόδοξες Εκκλησίες. Ενίοτε οι ορθόδοξοι γιορτάζουν το Πάσχα την 1η Κυριακή μετά τη 2η εαρινή πανσέληνο και αρκετές φορές τη 2η Κυριακή, αντί να το γιορτάζουν την 1η Κυριακή μετά την 1η εαρινή πανσέληνο.

Αστρονομικά, το όλο θέμα είναι πλέον ένα απλό πρόβλημα, γεγονός που το επεσήμαναν στα γραπτά τους οι παλαιότεροι Ελληνες αστρονόμοι Δημ. Αιγινήτης, Δημ. Κωτσάκης, Δημ. Κατσής και Κωνστ. Χασάπης. Το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, ο μακαριστός Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος πρότεινε το 1974: “...Πρώτον πανορθόδοξον και δεύτερον Παγχριστιανικήν ιεράν συμφωνίαν, προς καθορισμόν σταθεράς Κυριακής διηνεκώς από κοινού εορτασμού του ενός χριστιανικού Πάσχα υφ' απάντων των ανά την Οικουμένην Χριστιανών...”.


ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ έως τώρα μελέτη του αστρονόμου Κ. Σ. Χασάπη (1914-1972) σχετικώς με τον χρόνο της Αναστάσεως του Κυρίου, μία θεώρηση των ευαγγελικών ειδήσεων κατά χρονική σειρά, λαμβάνοντας υπ' όψιν τον τρόπο μετρήσεως του ημερονυκτίου παρ' Εβραί-οις και τη διττή χρήση του ονόματος Πάσχα τόσο για την ημέρα της εορτής του Πάσχα (15 Αβίβ) όσο και για την παραμονή του (14 Αβίβ= Πάσχα του αρνιού), επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει αντίφαση στις πληροφορίες τους και ότι κατά το έτος της Σταυρώσεως το εβραϊκό Πάσχα εορτάσθηκε ημέρα Σάββατο κοινό στοιχείο των πληροφοριών είναι ότι ο Πιλάτος έπρεπε να ελευθερώσει έναν κατάδικο “κατά την εορτή”. Αρα η απόλυση δεν είχε γίνει έως τις προμεσημ-βρινές ώρες της Παρασκευής, όταν δικαζόταν ο Ιησούς, αλλά θα γινόταν την ίδια εκείνη ημέρα.

Για το Μυστικό Δείπνο οι Ευαγγελιστές Ματθαίος, Μάρκος και Λουκάς γράφουν “ήλθεν η ημέρα εν ηι έδει θύεσθαι το Πάσχα”, δηλαδή η 14η Νισάν, η “παραμονή”, οπότε θυσιαζόταν ο αμνός και ο Ιωάννης σαφώς αναφέρει “δείπνου γενομένου προ της εορτής του Πάσχα”. Ότι κατά το Μυστικό Δείπνο ο Ιησούς εόρτασε το δικό του Πάσχα, παραδίδοντας το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, συνάγεται από το ότι οι μαθητές δεν πήγαν στον Ναό για την καθιερωμένη δημοσία θυσία του αμνού, αλλά στην οικία, όπου ετοίμασαν “άρτον” και “οίνον”, αντί αμνού, πικρίδων και αζύμων του εβραϊκού Πάσχα.

Πολλές ευαγγελικές πληροφορίες αποδεικνύουν ότι η Παρασκευή της Σταυρώσεως ήταν εργάσιμος ημέρα και όχι η μεγάλη αργία του Πάσχα. Ο Σίμων ο Κυρηναίος επέστρεφε από τον αγρόν του όταν τον αγγάρευσαν να σηκώσει τον σταυρό του Ιησού και ο Ιωάννης αναφέρει ότι ο Πιλάτος “ήγαγεν έξω τον Ιησούν ... ην δε Παρασκευή του Πάσχα, ώρα ην ωσεί έκτη”. Αλλά και οι άλλοι Ευαγγελιστές μαρτυρούν ότι οι Ιουδαίοι “επεί Παρασκευή ην, ίνα μη μείνηι επί του σταυρού τα σώματα εν τωι σαββάτωι, ην γαρ μεγάλη ημέρα εκείνου του Σαββάτου”, εζήτησαν να κατεαγούν τα σκέλη των εσταυρωμένων για να επιταχυνθή ο θάνατος τους.


Σταύρωση και Ανάσταση
Αναφέρουν επίσης την σπουδή του Ιωσήφ από Αριμαθαίας να παραλάβει το σώμα του Ιησού, επειδή “ημέρα ην παρασκευής και σάββατον υπέφωσκεν”, και να το θάψει βιαστικά, ότι “εγγύς ην το μνημείον”. Αλλά και οι αρχιερείς ζήτησαν τη σφράγιση του μνημείου “τηι επαύριον, ήτις εστίν μετά την παρασκευήν”. Τέλος υπάρχει η σαφής πληροφορία του Ταλμούδ, ότι “ετιμωρήθη ο Ιησούς την παραμονην του Πάσχα ... τον εσταυρωσαν την παραμονην του Πάσχα, εκτελεσθείσης της αποφάσεως υπό Ποντίου Πιλάτου, του Ιησού άγοντος το 33ον έτος της ηλικίας αυτού”.
Βάσει των ημερομηνιών των εαρινών πανσελήνων, υπολογίζεται ότι οι ημέρες εορτασμού του εβραϊκού Πάσχα κατά τα έτη 25-35 μ.Χ. είναι οι εξής: Σάββατο, τα έτη 26,30 και 33 μ.Χ/ Κυριακή, το 29 μ.Χ/ Τρίτη, τα έτη 25, 28, 31, 32, 34 και 35 μ.Χ/ Πέμπτη, το 27 μ.Χ. Ποιο από αυτά είναι το έτος της Σταυρώσεως; Εκείνο που ικανοποιεί τις τρεις χρονολογικές συνθήκες για τη Γέννηση, τη Βάπτιση και το πρώτο Πάσχα του δημοσίου βίου του Ιησού, οι οποίες συνάγονται ανεξαρτήτως από τρεις διαφορετικούς Ευαγγελιστάς. Κατά τον Κ. Χασάπη, ο Ιησούς πρέπει να γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου του 5 π.Χ., οπότε τα τρία Πάσχα του δημοσίου βίου του ήσαν εκείνα των ετών 28, 29 και 30 μ.Χ στο τελευταίο σταυρώθηκε.

Επειδή η πρώτη εαρινή πανσέληνος του 30 μ.Χ. έγινε την Παρασκευή, 7 Απριλίου, το εβραϊκό Πάσχα μετατέθηκε την επομένη, Σάββατο, 8 Απριλίου. Κατά τα Ευαγγέλια η Ανάσταση έγινε “οψέ σαββάτων, τηι επιφωσκούσηι εις μίαν σαββάτων”, δηλαδή την επομένη του εβραϊκού Πάσχα, Κυριακή, 9 Απριλίου 30 μ.Χ. Επειδή δε ήταν “όρθρος βαθύς”, “σκοτίας έτι ούσης”, κατά την άφιξη των Μυροφόρων στον τάφο, και την ημερομηνία αυτή στο γεωγραφικό πλάτος της Ιερουσαλήμ το αστρονομικό λυκαυγές αρχίζει περί τις 4 π.μ., ο Κύριος ανέστη περί τις 3 π.μ. της 9ης Απριλίου του 30 μ.Χ.







3 σχόλια:

Unknown είπε...

Εχεις απόλητο δίκιο

Unknown είπε...

Συμφωνώ απόλυτσ!

Ανώνυμος είπε...

Η σελίδα σου ειναι πολύ ενδαφέρουσα
Δεν είχα χρόνο να την διαβάσω με την ησυχία μου, αλλά έμαθα πράγματα που δεν γνώριζα, κυρίως για το δίσεκτο έτος και την ημέρα του Πάσχα.
Πάντως την αντέγραψα και θα την μελετήσω με την ησιχία μου.
Γιώργος Κ.